Μια απλή λήψη αίματος από τη μητέρα μπορεί να δώσει ασφαλείς πληροφορίες για το σύνδρομο down στο έμβρυο!

 

Κ ΚΟΥΖΗ-ΚΟΛΙΑΚΟΥ

ΚΑΘΗΓΗΤΡΙΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ-ΕΜΒΡΥΟΛΟΓΙΑΣ ΑΠΘ

ΔΙΕΥΘΥΝΤΡΙΑ ΙΑΤΡΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ ΤΗΣ Biohellenika

ΚΟΚΚΩΝΑ ΚΟΥΖΗ – ΚΟΛΛΙΑΚΟΥΟι μη επεμβατικές εξετάσεις , οι οποίες στηρίζονται στην ανίχνευση του ελεύθερου DNA του εμβρύου στο αίμα της μητέρας, προσφέρουν με ακρίβεια, ασφάλεια και ανώδυνα πληροφορίες σχετικά με την πιθανότητα το έμβρυο που κυοφορούν να φέρει το σύνδρομο Down.

Οι εξετάσεις αυτές ανιχνεύουν από την 10η εβδομάδα της κύησης στο αίμα της μητέρας ελεύθερο DNA του εμβρύου, το οποίο στη συνέχεια εξετάζουν για το σύνδρομο Down. Η ακρίβεια της μεθόδου ανέρχεται στο 99,8% και θεωρείται εξαιρετικά ασφαλής, συγκρινόμενη με την αμνιοπαρακέντηση, της οποίας η ακρίβεια ανέρχεται στο 99.9%.

Από την 10η εβδομάδα της κύησης λαμβάνονται 10 ml αίμα από τη μητέρα τα οποία αποστέλλονται σε εξειδικευμένα και πιστοποιημένα εργαστήρια τα οποία εντός πέντε ημερών την παραλαβή εκδίδουν τα αποτελέσματα.

Η εξέταση αυτή σήμερα γίνεται σε υποψήφιες μητέρες που είναι ηλικίας άνω των 35 ετών, σε μητέρες που στατιστικά θεωρούνται υψηλού κινδύνου, σύμφωνα με το τριπλό τεστ της αυχενικής διαφάνειας-ρινικού οστού-ορμονικών εξετάσεων ή και σε μητέρες που είναι ιδιαίτερα ανήσυχες, χωρίς όμως να έχουν καμία ιατρική ένδειξη.

Η εξέταση αυτή περιορίζει κατά 10 φορές τα ψευδώς θετικά αποτελέσματα του τριπλού τεστ για το σύνδρομο Down και ελαττώνουν κατά 89% τον αριθμό των γυναικών που τελικά θα παραπεμφθούν για αμνιοπαρακέντηση προς επιβεβαίωση αποτελέσματος.

Αν λάβει κανείς υπόψη το ποσοστό του 1% των επιπλοκών της αμνιοπαρακέντησης, την προχωρημένη εβδομάδα της κύησης κατά την οποία πραγματοποιείται (20η), την ηλικία της μητέρας και την πιθανότητα επίτευξης κύησης με εξωσωματική γονιμοποίηση, οι μη επεμβατικές μέθοδοι προγεννητικού ελέγχου σαφώς υπερτερούν σε ασφάλεια και ακρίβεια και για το λόγο αυτό κερδίζουν έδαφος και θα εξελίσσονται συνεχώς. Εκτός του συνδρόμου Down οι αναίμακτες μέθοδοι ανιχνεύουν και άλλες σπανιότερες χρωμοσωμιακές ανωμαλίες του εμβρύου και αναμένεται στα επόμενα χρόνια οι μέθοδοι αυτές να εξελιχθούν και να ανιχνεύουν έγκαιρα κληρονομικές ασθένειες, δίνοντας από νωρίς τις κατάλληλες πληροφορίες προς τους γονείς.