H αλήθεια είναι ότι η λάμψη του Νίκου Γκάλη, όταν πάτησε για πρώτη φορά το πόδι του στη Θεσσαλονίκη, κρυβόταν κάτω από μια μαύρη καμπαρντίνα και ήταν ευδιάκριτη μόνο σε όλους όσοι είχαν την ικανότητα να δουν πιο μακριά από τους υπόλοιπους.

Η δε φυσιογνωμία του δεν είχε γεμίσει το μάτι, διότι οι περιγραφές που προηγήθηκαν προέβλεπαν τον ερχομό ενός γίγαντα και όχι ενός ανθρώπου με ύψος (μόλις) 183 εκατοστών με αποτέλεσμα να κυριαρχήσει η γλώσσα της υπερβολής και όχι της λογικής. Η Θεσσαλονίκη εξάλλου, ως πόλη, είναι των άκρων.

Με το αφάνα μαλλί, την αλυσίδα να ξεχωρίζει μέσα από το δασύτριχο στήθος του κι ένα σπασμένο δόντι που απαιτούσε επειγόντως την παρέμβαση οδοντίατρου, η πρώτη εντύπωση μάλλον δεν ήταν η καλύτερη δυνατή. Ποιος είπε όμως ότι πάντοτε είναι η αληθινή; Ακόμη και τότε όταν συστήθηκε στο καχύποπτο και δύσπιστο κοινό της Θεσσαλονίκης, μια μέρα σαν σήμερα προ 38 χρόνια, ο Τύπος της εποχής τον πέρασε… γενεές δεκατέσσερις.

Αν κάποια στιγμή ο Νίκος Γκάλης επισκεφθεί τη Δημοτική Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης το πιθανότερο είναι να γελάει με την ψυχή του μέχρι το υπόλοιπο της ζωής του. Όλοι έχουν δικαίωμα στο λάθος.

Αυτοί που σίγουρα δεν γέλασαν εκείνη την ημέρα στο θρυλικό Παλέ ήταν ο Ανέστης Πεταλίδης (ο πνευματικός πατέρας του) ο οποίος ανέλαβε τον ρόλο του δικηγόρου του διαβόλου υπερασπιζόμενος τον «Νικ» σε ανθρώπους που μάλλον δεν είχαν καταλάβει ότι είχαν μπροστά τους ένα ακατέργαστο διαμάντι και βιάστηκαν να φωνάξουν… «άνθρακας ο θησαυρός».

Όπως επίσης και ο Σωτήρης Σακελαρίου ο οποίος απέκτησε – σ’ εκείνον τον αγώνα μεταξύ του Άρεως και του Ηρακλέως – τον τίτλο του μοιραίου διότι στην τελευταία του προσπάθεια, είδε τον Γκάλη να χαϊδεύει την μπάλα με τα ακροδάχτυλά του και αλλοιώνοντας το σουτ του ο Άρης εξασφάλισε τη νίκη με 79-78. Στην πραγματικότητα, αυτή η αλήθεια – όπως την είπε στο gazzetta.gr ο Σωτήρης Σακελαρίου και θα τη διαβάσετε στη συνέχεια του κειμένου – δεν είχε σημειωθεί από το σύνολο του Τύπου της εποχής ο οποίος αφού «έσουρε τα εξ’ αμάξης στον Γκάλη», σημείωσε ότι στα κρίσιμα λεπτά του αγώνα σημείωσε 2-3 καλάθια.


Όπως πρόσφατα σημείωσε και ο Παναγιώτης Γιαννάκης, ο Γκάλης έχει έναν μοναδικό τρόπο διαχείρισης της πίεσης, αλλά εκείνη την ημέρα, στις 2 Δεκεμβρίου 1979 και δίχως το know how που λένε και στο Νιου Τζέρσεϊ, μάλλον κυριεύτηκε από το άγχος, πράγμα εξάλλου που παραδέχθηκε σε μια συνέντευξή του λίγες ημέρες μετά, όταν χρειάστηκε και πάλι να δεσμευτεί ενώπιον του κοινού.

Η αλήθεια είναι επίσης ότι ο ίδιος ο «Νικ» είχε φροντίσει να βάλει τον πήχη πολύ ψηλά, στους 40 πόντους δηλαδή, όσους δεσμεύτηκε να βάζει σε κάθε παιχνίδι, στην πρώτη του επαφή με τους εκπροσώπους του Τύπου. Στο συγκεκριμένο παιχνίδι έβαλε 10 λιγότερους αλλά «με πολλές προσπάθειες», όπως παραδέχθηκαν και οι πρωταγωνιστές της εποχής.

Είναι γνωστή εξάλλου και η στιχομυθία που είχε με τον Βαγγέλη Αλεξανδρή μετά το παιχνίδι, όταν του απάντησε «πιστεύεις ότι θα τα ξαναχάσω;», στην παρατήρηση που του είχε κάνει ο «μαύρος» (σ. σ. έτσι αποκαλούσε ο θρυλικός Πεταλίδης τον Βαγγέλη Αλεξανδρή) για τις πολλές προσπάθειες που είχε πάρει. Βέβαια ο Αλεξανδρής είχε πάει «συστημένος» διότι ήταν απαραίτητο να διατηρηθούν οι εσωτερικές ισορροπίες οι οποίες εκείνο το διάστημα ήταν εύθραυστες.

Βέβαια, το άγχος του Γκάλη καλλιεργήθηκε και από τα λόγια που άκουσε πριν από εκείνον τον αγώνα στο θρυλικό Παλέ ο οποίος έμελε να περάσει στο πάνθεον της ιστορίας. Κανείς από τους παίκτες που πάτησαν εκείνη την ημέρα στο… λαστιχένιο παρκέ του Παλέ, δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι θα γινόταν μάρτυρας μιας στιγμής που έχει προεκτάσεις ομηρικού έπους. Στα λόγια που άκουσε ο Νίκος Γκάλης ήταν και η «ενημέρωση» ότι (ένας εκ των) σταρ της εποχής, ο Σωτήρης Σακελαρίου, θα τον «έπαιζε» με το ένα χέρι γιατί τον είχε (τον Γκάλη) για πλάκα. Του λέγανε δηλαδή ότι αυτά έλεγε στις καφετέριες.

Οι γνώστες του χαρακτήρα του Σακελαρίου ήξεραν ότι αυτά δεν ήταν τίποτε περισσότερα από… φούμαρα για μεταξωτές κορδέλες καθώς πρόκειται για έναν μετρημένο, σοβαρό και πολύ αξιόλογο κύριο ο οποίος στη ζωή του επέλεξε μια σιωπηλή διαδρομή γεμάτη πράξεις. Απόρροια των όσων είχε ακούσει κι επειδή στο Seton Hall ο Μπιλ Ράφτερι έβαζε τον Γκάλη να μαρκάρει τον καλύτερο παίκτη της αντίπαλης ομάδας, ο «Νικ» ζήτησε να αναλάβει ο ίδιος προσωπικά τον Σακελαρίου. Σε αντίθεση με πολλούς που γέμισαν ασφυκτικά το Παλέ, ο τελευταίος αντιλήφθηκε κατευθείαν περί τίνος πρόκειται.


«Ήταν πραγματικά πολύ γυμνασμένος, αλτικός και θυμάμαι ότι στην επίθεση έκανε την κλασική κίνησή του, την προσποίηση ότι θα πάει αριστερά και πήγαινε δεξιά. Ήταν φυσιολογικό στο πρώτο του παιχνίδι να μη δείξει όλη του την αξία αλλά είχε εκπληκτική αντίληψη του παιχνιδιού. Είχε έρθει από μια χώρα που έπαιζε εντελώς διαφορετικά το μπάσκετ, ήταν η πρώτη του εμφάνιση μπροστά σ’ ένα κοινό που είχε έρθει να τον δει, ήταν λογικό να είχε άγχος.

Εκείνη τη μέρα στο Παλέ δεν έπεφτε καρφίτσα. Στην τελευταία επίθεση, πήρα την μπάλα, σούταρα, ο Νίκος αλλοίωσε την πορεία της μπάλας και ο Άρης κέρδισε με έναν πόντο», είπε ο Σωτήρης Σακελαρίου στο gazzetta.gr.

Σήμερα, 38 χρόνια μετά, εκείνη η μέρα μοιάζει με μια μακρινή ανάμνηση, αλλά αυτοί που βρέθηκαν στις κερκίδες του Παλέ έχουν το νόμιμο δικαίωμα να καυχιούνται ότι ήταν εκεί. Τότε βέβαια δεν θα μπορούσαν να φανταστούν ότι από το πουθενά γινόντουσαν μάρτυρες μίας εκ των πιο ιστορικών στιγμών στην ιστορία του ελληνικού μπάσκετ.

Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί εξάλλου ότι εκείνος ο… κοντός με το Νο7 στην πλάτη που έκανε αλόγιστη σπατάλη των προσπαθειών, θα ανέτρεπε τις ισορροπίες στην ιστορία του ελληνικού αθλητισμού και θα έφθανε στο σημείο να ενταχθεί στην ελίτ του παγκόσμιου μπάσκετ, στο Naismith Basketball Hall of Fame.

Πηγή | http://www.gazzetta.gr

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ