Της Ελευθερίας Κουλουριώτου

Πλησιάζουν Χριστούγεννα…Ολόγυρά μου τα κομμάτια της καρδιάς, μικρά και μεγάλα.

Τι μου έμεινε,τι μου λείπει,τι δεν αντικαθίσταται…
«Να θυμάσαι», παρακαλώ τον εαυτό μου. «Να θυμάσαι» τον προστάζω.
Έτσι κι αλλιώς, η ζωή είναι μνήμες.
Και η δική μου είναι μνήμες γεμάτες μυρωδιές και γεύσεις με φόντο την παρασκιά και τον ξυλόφουρνο της καρδιάς μου.

Μνήμες που φαίνουν και ξυφαίνουν.
Οι αναμνήσεις δεν έχουν μόνο οπτική υπόσταση στο μυαλό μας, έχουν και μυρωδιές, έχουν και ήχους….και αν αρχίσεις το ταξίδι προς τα πίσω, αποκτούν και….γεύσεις.
Και αυτά τα ταξίδια εντός μου είναι τα λημέρια μου, είναι η ζωή μου, είναι η καρδιά μου, και στην καρδιά του δεν χάνεται κανείς.

Πως να ξεστρατίσω λοιπόν;

Μελομακάρονα,γλυκό των Χριστουγέννων, δεν κατάφερα ποτέ να τα φτιάξω μαλακά , να λιώνουν με το που εισέρχονται στην στοματική κοιλότητα και συνάπτουν σχέση με το παράγωγο τον σιαλογόνων αδένων.
Παραιτήθηκα νωρίς, τον ρόλο αυτό και μάλιστα με επιτυχία, τον είχε αναλάβει η Μαρία Πορταίτισσα η Θεόσταλτη κόρη μου.
Φέτω, αποφάσισα να ακολουθήσω τον δρόμο της καρδιάς μου Φοινίκια λοιπόν..
Οι δικοί μας… οι παλιοί τα λέγανε φοινίκια, σήμερα τα λένε μελομακάρονα και τα σημερινά σκευάσματα που φτιάχνουν εδώ, λίγη σχέση έχουν με αυτά που ήρθαν από τη Μικρά Ασία και την Πόλη.



Η μανούλα μου η Κυραννώ,
έπλαθε την ζύμη σαν σουτζουκάκια, έπαιρνε τον τυροξύστη και στο μέρος που είχε τα χοντρά τετραγωνάκια εξογκώματα, ακουμπούσε την ζύμη και με τα δάκτυλα ενωμένα την πίεζε ελαφρά και την έσερνε λίγο.
Το κλασικό σμυρναϊκό μελομακάρονο έχει από κάτω μια γούβα και την επάνω επιφάνεια ανώμαλη για να κρατάει το σιρόπι και το καρύδι.

Το φοινίκι έχει γούβα από κάτω, τελεία…

Το φοινίκι είναι τραγανό, το σιρόπι δεν το ποτίζει πολύ και δεν σε πνίγει η γλυκύτητα του.
Μας έστελνε να φέρουμε λαμαρίνες(ταψιά μακρόστενα) από τον φούρνο του Κώστα, τα αράδιαξε κατά διαστήματα και βούρ πίσω στον φούρνο για ψήσιμο. Δυο κατηφόρες, δυο ανηφόρες δηλαδή. Στην δεύτερη ανηφόρα, ήταν λιγότερα..

Ηλεκτρική κουζίνα;
Η μαμά μαγείρευε στην παρασκιά-κάτι σαν υπρυψωμένο τζάκι, εκεί είχε μπει πλέον ένα πετρογκάζ, που της διευκόλυνε την ζωή.
Τόσα στόματα είχε να γεμίσει και στο τέλος της ημέρα έπαιρνε ένα κομμάτι ψωμί που ζύμωνε η ίδια, και σκούπιζε την κατσαρόλα για να σιγάσει την πείνα της.

Κι όλα αυτά, διακριτικά, αφού μας είχε βάλει για ύπνο.

Όμως εγώ έστηνα καρτέρι και την παρακολουθούσα μέσα από τα ξύλινα κιγκλιδώματα του σοφά(κρεβάτι υπερυψωμένο στον τοίχο με ξύλινη γκρινιόλα και ξύλινη σκαλίτσα για να ανεβαίνεις.) γιατί ήθελα απαντήσεις για το γιατί δεν έτρωγε ποτέ μαζί μας κι έλεγε πως ήταν χορτάτη.
Μονορούφι ήπια το φαρμάκι με την απάντηση που πήρα και όχι με μικρές γουλιές!
Μονορούφι γι αυτό το ζευγάρι μάτια, που δεν σταματούσαν ποτέ να τρέχουν.
«Δεν στερεύουν ποτέ τα μάτια σου μαμά;» την ρωτούσα…

Λες και τα δάκρυα της κυλούσαν για να ξεπλύνουν όλο τον πόνο και τα άσχημα του κόσμου…

Στέκομαι και χαζεύω τα κομμάτια μου..

 

 

Αυτό το τελετουργικό γινόταν παραμονή Χριστουγέννων λοιπόν




Και ναι, αυτά μπορούσαμε να τα δοκιμάσουμε!
Λάδι ,ζάχαρη, αλεύρι, πορτοκάλι, κανέλα, γαρίφαλο, όλα νηστίσιμα!
Αυστηρή νηστεία βλέπετε, μέχρι τα Χριστούγεννα γέμιζε η κοιλιά με salvia tribola (φασκομηλιά)
Τα τοποθετούσε μετά σε κατσαρόλα μεγάλη (που να βρεθεί πιατέλα!) και τα φύλαγε στην δεξιά καμαρούλα στο πάνω σπίτι, εκεί που είχε το εικονοστάσι και το καντηλάκι της απωθημένο πάνω στο ψηλό και φαρδύ παράθυρο.

Κι απαραιτήτως, κάθε παραμονή γιορτής, αλλά και τα Σαββατόβραδα, ανέβαινε και θυμιάτιζε.
Εκεί έβαζε και τα ξεροτήγανα, αυτά δεν τα επισκεπτόμουν συχνά ομολογώ, αντίθετα, το καπάκι της κατσαρόλας, με γνώριζε πολύ καλά.

Ευτυχώς που δεν παίρνανε αποτυπώματα.

Κυλάει ο χρόνος τελικά; Ναι, σαν κρασί ροζέ.

Κι απλώνεται παντού κι αφήνει σημάδια βυσσινιά κι ανεξίτηλα. Και γεύση πικρή και γλυκιά.

Γλυκιά σαν τα φοινίκια μας μαμά!

 

Ελευθερία Κουλουριώτου,

Του Κωσταδιού και της Κυρ Αννώς…

Γυναίκα, μητέρα, φίλη, σύντροφος, Ραδιοφωνική Παραγωγός…  ΑΝΘΡΩΠΟΣ!