Επειδή σήμερα κάποιοι φίλοι είπαν ότι μου μοιάζει, σας ευχαριστώ πολύ αλλά μοιάζει στο μπαμπά του, από την ώρα που γεννήθηκε, από την ώρα που ήταν έμβρυο και δεν είχε γίνει ακόμα μωρό, από την ώρα που άνοιξε τα ματάκια του και είδα εκείνο το μουτράκι που έμοιαζε περισσότερο με άνδρα και λιγότερο με μωρό.

Κι όμως ήταν το μωρό μου, το δικό μου μωρό, εκείνο που φοβόμουν πως δε θα καταφέρω ποτέ να αντικρύσω…

Ήταν λεπτός και είχε σε όλο το προσωπάκι του έντονο ξανθό χνούδι…

Αν είναι δυνατόν γέννησα ξανθό παιδί. 

Εγώ γέννησα ξανθό παιδί, μελαχροινοί όλοι πάππου προς πάππου στην οικογένεια μου… Και ο μικρούλης μου γεννήθηκε κατάξανθος !

Λεπτός και μακρύς, με χεράκια και ποδαράκια σαν καλαμάκια και ένα σωρό καλώδια επάνω του, μικρός και εύθραυστος, με ματάκια γατίσια που ήταν γύρω-γύρω ολόμαυρα δίχως κόρη, έψαχνε τη μυρωδιά μου, και τη θαλπωρή της φωνής μου απλώνοντας τα χεράκια του ασυντόνιστα γύρω από το κορμάκι του, λες και κάτι έψαχνε.

Ασφαλώς και έψαχνε, έψαχνε τη σιγουριά που είχε στερηθεί μετά από την απομάκρυνσή του από τη μήτρα μου.

Έψαχνε τη μητέρα του, τη φωνή της, το νανούρισμα που του προσέφεραν οι κινήσεις της και τα λογάκια που άκουγε όταν του μιλούσα.

Τι δε θα έδινα να μπορούσα να τον κρατήσω μέσα μου μέχρι το τέλος…

Τι δε θα έδινα να μην είχαμε χωρίσει τόσο πρόωρα και τόσο βίαια… Σκίστηκε το ράμα βλέπετε…

Τι δε θα έδινα έστω να ήμουν μαζί του στη θερμοκοιτίδα για να μην είναι ποτέ μόνος του… Να μη νοιώσει αυτή την εγκατάλειψη από εμένα, γιατί εμένα γνώριζε πιο πολύ απ’ τον κάθε ένα… Εμένα και το μπαμπά του, αλλά είπαμε η μητέρα είναι το λιμάνι του βρέφους!


Έτσι λοιπόν, όταν τον αντίκρυσα, είδα το Μάκη σε μικρογραφία μέσα σε μια θερμοκοιτίδα…-«Είσαι εσύ» του είπα, και εκείνος γεμάτος πόνο, λαχτάρα αλλά και καμάρι ψιθύρισε κοιτάζοντας τον άγγελό του όπως τον αποκαλούσε «θα μεγαλώσεις, κρατήσου θα τα καταφέρεις γιέ μου»! 

Ολόιδιος, κλώνος, πιο ίδιος δε γινότανε…

Και μεγαλώνοντας έβλεπα το μικρό Χρήστο να γίνεται όλο και πιο ίδιος με το μπαμπά του και ποτέ δε με πείραξε, δε ζήλεψα, δεν είπα το κλασσικό «γιατί δεν πήρε τα μάτια μου».

Άμα του κόψω τα μαλλιά θα είναι ακριβώς έτσι…

Γιατί τα μάτια του Χρηστάρα μου είναι εκατό φορές πιο όμορφα, γιατί έχουν τη σπιρτάδα του παιδιού που θέλει να πάει καλά.

Έχουν το πείσμα που χρειάζεται ένας μικρός πολεμιστής για να τα καταφέρει.
Έχουν το χρώμα της θέλησης και το βλέμμα της φωτιάς, μιας φωτιάς που θα κάψει ότι απέμεινε απ’ αυτό που τον εμποδίζει να προχωρήσει…

Νένα Χρονοπούλου Μητροπούλου