Τι είναι ο τραυλισμός;

Ο τραυλισμός είναι μία Δηλαδή, το άτομο γνωρίζει ακριβώς τι θέλει να πει, αλλά εκείνη τη στιγμή, δεν είναι σε θέση να το πει, εξαιτίας μιας ακούσιας επαναληπτικής επιμήκυνσης ή παύσης ενός φθόγγου.


Φαίνεται όμως, ότι ο τραυλισμός όχι μόνο διαφοροποιείται από τις υπόλοιπες διαταραχές λόγου, αλλά παρουσιάζει περισσότερες ομοιότητες με τις αγχώδεις διαταραχές. Γι’ αυτό είναι εξαιρετικά σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη αυτή η ιδιαιτερότητα  στην αντιμετώπισή του.

Ποια είναι η συχνότητα και η ηλικία έναρξης του τραυλισμού;

Ο τραυλισμός εκδηλώνεται περίπου στο 1% του γενικού πληθυσμού, ενώ συμπτώματα τραυλισμού με διάρκεια τουλάχιστον έξι μηνών παρουσιάζει το 5% του πληθυσμού.

Μπορεί να εκδηλωθεί σε οποιαδήποτε στιγμή κατά την παιδική ηλικία, αλλά η συνηθέστερη ηλικία έναρξης εντοπίζεται μεταξύ 2 και 5 ετών. Ενώ, ως μικρότερη ηλικία έναρξης αναφέρονται οι 18 μήνες, με την εμφάνιση των πρώτων προτάσεων στην ομιλία του παιδιού.

Τραυλισμό μπορεί να συναντήσουμε σε κάθε μέρος του κόσμου, τόσο στα αγόρια όσο και στα κορίτσια, αλλά και σε ανθρώπους όλων των ηλικιών, ενώ δεν εξαρτάται από το βαθμό ευφυΐας.

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του τραυλισμού;

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του τραυλισμού είναι η περιοδικότητα και τα φαινόμενα δισταγμού.

Τα φαινόμενα δισταγμού είναι:

  • Η επανάληψη τμήματος ή ολόκληρης της λέξης

(για παράδειγμα το μωρό ήπιε το γ-γάλα του ή το μωρό ήπιε το γα-γάλα του)

  • Οι δυσρυθμίες, όπου πρόκειται για διαταραχές στο ρυθμό εκφοράς του λόγου. Τα δύο συνηθέστερα είδη δυσρυθμιών είναι οι επιμηκύνσεις (π.χ. «θθθθθθέλω») και οι σπασμένες λέξεις (π.χ. «θέ [παύση]λω»)
  • Η στιγμιαία παύση πριν μια λέξη

(για παράδειγμα το μωρό πίνει το […..] γάλα του)

  • Η χρήση ηχητικών στοιχείων (εμβολές φθόγγων, συλλαβών ή λέξεων), όπως «εεεεεε….», «μμμ……», «ξέρεις».
  • Αναθεωρήσεις. Ορισμένες φορές τα άτομα που τραυλίζουν έχουν την τάση να μην ολοκληρώνουν τη λέξη την οποία ξεκίνησαν να εκφέρουν τραυλίζοντας, αλλά να αντικαθιστούν με κάποιο συνώνυμο προκειμένου να αποφύγουν περαιτέρω τραυλισμό

(για παράδειγμα «το μμ(ωρό), το παιδί πίνει το γάλα του»)

  • Αφύσικος ρυθμός ομιλίας. Ο ρυθμός ομιλίας των ατόμων που τραυλίζουν μπορεί να κυμαίνεται από πολύ αργός έως πολύ γρήγορος. Μπορεί να υιοθετείται σκόπιμα από τα άτομα στην προσπάθειά τους να μην τραυλίσουν.
  • Αφύσικο ανέβασμα της έντασης και του τόνου της φωνής. Σε ορισμένες περιπτώσεις η αύξηση της έντασης της φωνής ή η εκφορά του λόγου με μονότονο τρόπο μπορεί να υιοθετείται από τα άτομα που τραυλίζουν, στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον τραυλισμό.

Υπάρχουν όμως και ορισμένα δευτερογενή συμπτώματα που συνοδεύουν τις στιγμές τραυλισμού. Παρατηρείται συχνά η εκδήλωση ορισμένων μορφών συμπεριφοράς λεκτικών και μη λεκτικών, οι οποίες συνοδεύουν τα φαινόμενα δισταγμού. Εμφανίζονται σε γενικές συχνότερα στις περιπτώσεις των ενηλίκων και λιγότερα στα παιδιά προσχολικής και πρώτης σχολικής ηλικίας.

Δευτερεύοντα συμπτώματα μη λεκτικής φύσης:

  • η αποφυγή βλεμματικής επαφής
  • το συνεχές άνοιγμα και κλείσιμο των βλεφάρων
  • η ρυτίδωση του μετώπου
  • η πίεση των χειλιών μεταξύ τους, και
  • διάφορες παρασιτικές κινήσεις των μυών του προσώπου, της κεφαλής και των χεριών
  • συχνά εμφανίζονται επίσης νευροφυτικά συμπτώματα, όπως κοκκίνισμα, εφίδρωση, δυσκολίες στην αναπνοή.

Δευτερεύοντα συμπτώματα λεκτικής φύσης:

  • εμβολοφρασίες (παρεμβολές ήχων, συλλαβών και λέξεων πριν από τις «δύσκολες λέξεις»)
  • οι περίεργες διακυμάνσεις του τόνου και της έντασης της φωνής, και
  • οι ασυνήθιστες αυξομειώσεις της ταχύτητας ομιλίας.

Αυτά τα συμπτώματα ενδέχεται να εμφανίζονται είτε μεμονωμένα είτε σε συνδυασμούς μεταξύ τους.

Πώς να βοηθήσετε τη ροή της ομιλίας του παιδιού σας;

  • Να αφιερώνετε καθημερινά χρόνο στο παιδί σας. Μπορείτε να διαβάζετε βιβλία ή να παίζετε παιχνίδια μαζί, μιλώντας γι αυτά που βλέπετε ή κάνετε.
  • Να διατηρείτε βλεμματική επαφή με το παιδί σας ενώ μιλάει. Με αυτόν τον τρόπο του δείχνετε ότι ενδιαφέρεστε και απολαμβάνετε να συζητάτε μαζί του.
  • Να δίνετε προσοχή σε αυτά που λέει και όχι στο τρόπο που τα λέει.
  • Μην πιέζετε το παιδί να μιλήσει, αλλά σχολιάστε και αφήστε του χρόνο για να έχει την ευκαιρία να μιλήσει.
  • Αποφεύγετε να το διακόπτετε ενώ μιλάει.
  • Μην ολοκληρώνετε τις προτάσεις του παιδιού, ακόμη κι αν έχετε καταλάβει τι θέλει να πει.
  • Μην του λέτε «να χαλαρώσει», «να αναπνεύσει σωστά» ή «να μιλήσει πιο αργά».
Πηγή:enlogoergo.gr