Η απόκτηση του ελέγχου των σφιγκτήρων συντελείται συνήθως γύρω στα 2 με 3 έτη της ζωής του παιδιού και αποτελεί ένα σημαντικό αναπτυξιακό επίτευγμα. Είναι ένδειξη αυτονομίας και ωρίμανσης και προκαλεί θετικά συναισθήματα υπερηφάνειας και ικανοποίησης στους γονείς του νηπίου. Τις περισσότερες φορές η εκπαίδευση στην ορθή χρήση της τουαλέτας γίνεται χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες. Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις όπου η ενούρηση εμφανίζεται και διατηρείται κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού και συνδέεται με βιολογικούς, και κυρίως ψυχολογικούς και οικογενειακούς παράγοντες.

Η εμφάνιση και οι συνέπειες της Ενούρησης

Βεβαίως απαραίτητη προϋπόθεση είναι η βιολογική ωρίμανση των μυών και η ικανότητα αντίληψης από το παιδί των πιέσεων που ασκεί η ουροδόχος κύστη, το οποίο κατά τη διάρκεια της νύχτας είναι πιο δύσκολο καθώς απαιτείται μεγαλύτερη πίεση των σφιγκτήρων προκειμένου να ξυπνήσει το παιδί. Σε πολλές περιπτώσεις όμως η πορεία αυτή δεν είναι ομαλή. Η άσκηση στη χρήση της τουαλέτας συχνά αποτελεί πηγή άγχους για τους γονείς και κατ΄επέκταση για το ίδιο το νήπιο. Αρκετοί γονείς τείνουν να πιέζουν ή να μαλώνουν το παιδί όταν εκείνο, έχοντας φτάσει στην κατάλληλη ηλικία, δεν έχει ακόμα κόψει την πάνα. Ωστόσο δεν ωριμάζουν όλα τα παιδιά με τον ίδιο ρυθμό και οι πρόωρες απαιτήσεις των γονέων, που συνοδεύονται από αυστηρότητα και αντιπαραθέσεις, μπορεί να δυσχεράνουν την κατάσταση. Το παιδί αντιδρά στις πιέσεις αυτές και προσπαθεί να επιβάλει τη δική του θέληση με το να αρνείται πεισματικά να αποκτήσει των έλεγχο των σφιγκτήρων. Το γεγονός αυτό δημιουργεί ιδιαίτερα προβλήματα μέσα στην οικογένεια και ταλαιπωρεί όλα της τα μέλη.

Η αδυναμία του παιδιού να αποκτήσει έλεγχο των μυών της ουροδόχου κύστης παρότι οργανικά έχει επέλθει η απαραίτητη ωρίμανση, μπορεί να πάρει τη μορφή της διαταραχής της ενούρησης. Ως ενούρηση ορίζεται η ακούσια απώλεια ούρων χωρίς την ύπαρξη σαφούς οργανικού αιτίου. Η ενούρηση διακρίνεται σε πρωτοπαθή, όταν το παιδί συνεχίζει να βρέχεται και μετά το 5ο έτος της ηλικίας του και δευτεροπαθή όταν αρχίζει να βρέχεται και πάλι ύστερα από μια περίοδο τουλάχιστον ενός έτους, όπου είχε αποκτηθεί ο έλεγχος των σφιγκτήρων. Η πιο συχνή ηλικία εμφάνισης δευτεροπαθούς ενούρησης είναι γύρω στα 5 με 6 έτη της ζωής του παιδιού. Η ενούρηση μπορεί να εμφανίζεται μόνο τη νύχτα ή μόνο την ημέρα ή και τα δύο.

Η πρωτοπαθής ενούρηση φαίνεται να σχετίζεται περισσότερο με τον τρόπο που οι γονείς χειρίζονται και αντιδρούν στο ευαίσθητο αυτό θέμα. Γονείς, οι οποίοι είναι πιεστικοί και κάνουν συνεχείς παρατηρήσεις, ενδέχεται να προκαλέσουν αρνητικά συναισθήματα στο παιδί για τη χρήση της τουαλέτας και για το λόγο αυτό να την αποφεύγει. Επίσης γονείς υπερπροστατευτικοί ενδέχεται να μην επιθυμούν να πιέσουν το παιδί σε οποιαδήποτε πειθαρχία, με αποτέλεσμα να μη το ενθαρρύνουν να εκπαιδευτεί στην ορθή χρήση της τουαλέτας. Τέλος υπάρχουν περιπτώσεις γονέων, ιδιαίτερα μητέρων, οι οποίες εξαιτίας δικών τους συναισθηματικών κενών, επιδιώκουν ασυνείδητα το παιδί τους να παραμείνει προσκολλημένο και εξαρτημένο από εκείνες από φόβο μήπως αυτονομηθεί και δε τις έχει πλέον ανάγκη.

Η δευτεροπαθής ενούρηση συνήθως είναι ψυχογενής και αναφέρεται ως αντίδραση σε αγχογόνα γεγονότα. Στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρείται δυσλειτουργία μέσα στην οικογένεια, η οποία επηρεάζει και εμποδίζει την ομαλή ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του παιδιού. Η ενούρηση σε αυτή την περίπτωση έρχεται ως σύμπτωμα που εκφράζει βαθύτερα ψυχολογικά προβλήματα που αφορούν όλη την οικογένεια και όχι μόνο το παιδί. Η οικογενειακή δυσλειτουργία συνήθως μεταφράζεται σε συγκρούσεις μεταξύ των συζύγων, σε διαζύγια έντονης αντιδικίας, σε ενδοοικογενειακή βία, σε αυστηρές μεθόδου πειθαρχίας, σε ψυχολογικά προβλήματα των γονέων κ.α.

Η ενούρηση επηρεάζει σημαντικά την καθημερινή λειτουργικότητα του παιδιού και κυρίως την κοινωνικοποίηση του. Τα παιδιά που υποφέρουν από αυτή μπορεί να αποφεύγουν να πηγαίνουν σε σχολικές εκδρομές, να κοιμούνται σε φιλικά σπίτια ή να συμμετέχουν σε δραστηριότητες που απαιτούν παρατεταμένη παραμονή εκτός σπιτιού. Έχουν χαμηλά επίπεδα αυτοεκτίμησης και συχνά απομονώνονται από τους συνομηλίκους από φόβο μήπως αποκαλυφθεί η δυσκολία τους. Μερικές φορές δείχνουν αδιάφοροι ως προς το πρόβλημα αυτό και δίνουν μια εντύπωση ανωριμότητας, η οποία αντιμετωπίζεται από τους συνομηλίκους κοροϊδευτικά και απορριπτικά. Η ενούρηση είναι ένα πρόβλημα, το οποίο μπορεί να παραταθεί για πολλά χρόνια, ακόμα και ως την εφηβεία. Έφηβοι 15 ή 16 ετών είναι πιθανόν να υποφέρουν από τη συγκεκριμένη διαταραχή, αν το πρόβλημα δε διαγνωστεί και δεν αντιμετωπιστεί έγκαιρα.

Δυνατότητες Αντιμετώπισης – Συνήθεις τρόποι αντίδρασης

Οι ίδιοι οι γονείς χρησιμοποιούν διάφορες μεθόδους για την αντιμετώπιση της. Συνήθως περιορίζουν τη λήψη υγρών πριν από τον ύπνο ή ξυπνούν προληπτικά το παιδί κατά τη διάρκεια της νύχτας για να πάει τουαλέτα. Οι μέθοδοι αυτές μακροπρόθεσμα δεν έχουν κανένα αποτέλεσμα γιατί οδηγούν το παιδί στην αδράνεια και δε το ασκούν στην αναγνώριση των ενδείξεων που θα το οδηγήσουν στην τουαλέτα. Επίσης η ενούρηση δεν οφείλεται στη συγκέντρωση μεγάλης ποσότητας ούρων στην κύστη αλλά στην αδυναμία του παιδιού να αναγνωρίσει την πίεση της κύστης και στην αδυναμία της κύστης να συγκρατήσει τα ούρα.

Οι περισσότερες μέθοδοι για την αντιμετώπιση της ενούρησης αφορούν τη νυχτερινή μορφή της. Συνήθως χρησιμοποιείται φαρμακευτική αγωγή και τεχνικές βασισμένες στη θεωρία της συμπεριφοράς. Η πιο γνωστή από αυτές είναι ένα ηλεκτρικό κουδούνι, το οποίο συνδέεται με το στρώμα του παιδιού και ενεργοποιείται με τις πρώτες σταγόνες ούρων. Το παιδί ξυπνάει και πηγαίνει τουαλέτα. Μετά από ορισμένες εβδομάδες το παιδί δε χρειάζεται πλέον το κουδούνι για να ξυπνήσει αλλά αρχίζει να αντιλαμβάνεται τις συσπάσεις της κύστης, όταν είναι γεμάτη, καθώς έχει συνδέσει πλέον την πίεση της με τον ήχο του κουδουνιού. Υπάρχουν διάφορες παραλλαγές της μεθόδου αυτής.

Η οικογενειακή θεραπεία μπορεί να αποδειχτεί εξαιρετικά αποτελεσματική ιδιαίτερα στις περιπτώσεις δευτεροπαθούς ενούρησης. Με τον τρόπο αυτό παρεμβαίνουμε στο πραγματικό αίτιο, επαναφέροντας την ισορροπία και την αρμονία στην οικογένεια και κατ’ επέκταση αντιμετωπίζουμε το σύμπτωμα του παιδιού. Η συμβουλευτική γονέων για τον τρόπο με τον οποίο χειρίζονται το ευαίσθητο αυτό θέμα είναι επίσης επιβεβλημένη.Τέλος πολύ βοηθητική μπορεί να αποβεί και η ατομική θεραπεία του ίδιου του παιδιού. Στόχος αυτής είναι η ενίσχυση της αυτοεκτίμησης του και η αντιμετώπιση των ψυχοσυναισθηματικών προβλημάτων που μπορεί να προηγούνται ή να έπονται της ενούρησης.

Σε κάθε περίπτωση η επίσκεψη σε έναν ειδικό και η χαρτογράφηση του προβλήματος θα ορίσει την κατάλληλη θεραπευτική αντιμετώπιση και θα συμβάλλει στη διατήρηση της ψυχικής υγείας όλης της οικογένειας.

Ιωάννα Κούρια, Ψυχολόγος – Οικογενειακή Θεραπεύτρια.



Πηγή:ioannakouria.gr