Το συναρπαστικό story ενός παιδιού που μεγαλούργησε στην ελληνική μουσική και έγινε θρύλος όταν έσβησε μια τέτοια μέρα πριν από είκοσι επτά χρόνια

Μέσα δεκαετίας του ’80, ένα βράδυ που ο γράφων δεν ξέχασε ποτέ στο κλαμπ «Ροντέο». Ο Ανδρέας Μικρούτσικος έχει βγάλει πριν μερικούς μήνες τον δίσκο «Περνάω με κόκκινο», το «Χαμένο νησί» είναι μεγάλο χιτ και εμφανίζεται στον συγκεκριμένο χώρο μαζί με την Σοφία Βόσσου και guest τον Παύλο Σιδηρόπουλο.

Εγώ όμως που είμαι μαζί με έναν ξάδερφό μου μαθητής λυκείου ακόμη, δεν έχω πάει γι’ αυτόν. Έχω πάει για να δω τον Παύλο Σιδηρόπουλο, τον καταραμένο πρίγκιπα της ελληνικής ροκ, όπως τον είπαν μετά, μόνο που υπάρχει ένα πρόβλημα.

Δεν είναι εκεί και η ώρα περνάει. Εμφανιζόταν πρώτος γύρω στις έντεκα, αλλά η ώρα πλησιάζει δώδεκα και το όλοι έχουν αρχίσει να μουρμουράνε. Αίφνης εμφανίζεται ο Ανδρέας, πιάνει το μικρόφωνο και ζητώντας συγνώμη μας λέει ότι κάτι έτυχε στον Σιδηρόπουλο και δεν θα μπορέσουμε να τον δούμε.

Δεν έχει προλάβει να τελειώσει καλά-καλά την φράση του, όταν από κάτι σκάλες ξεπροβάλλει ο Σιδηρόπουλος και με αργά βήματα κατεβαίνει και φτάνει στο μικρό πάλκο. Στα χέρια του κρατάει ένα αναμμένο τσιγάρο.

Ο Μικρούτσικος ψελλίζει ένα «παιδιά ο Παύλος» και εξαφανίζεται, ενώ οι θαμώνες ξεσπάμε σε ένα ζεστό χειροκρότημα, την ώρα που ο πρίγκιπας ρυθμίζει το ύψος της βάσης του μικροφώνου του.Γυρίζει στην μπάντα και λέει: «Rock ‘n’ Roll στο κρεβάτι. 1,2,3…».


 Ήταν ένα βράδυ που δεν ξέχασα ποτέ, ίσως επειδή δεν τον ξαναείδα μέχρι την ημέρα που έμαθα ότι έσβησε στο σπίτι μιας φίλης του, στο Νέο Κόσμο, βυθισμένος στα όνειρα της ηρωίνης που είχε πάρει…Αυτής, που στα σαράντα δύο του χρόνια τον έστειλε να βρει κάποιους άλλους «καταραμένους» φίλους του εκεί ψηλά για να τζαμάρουν μαζί, αφήνοντας για πάντα φτωχότερη την ελληνική ροκ σκηνή.

Μια σκηνή στην οποία εισήλθε σαν κομήτης, όταν σπούδαζε στο μαθηματικό τμήμα του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης στα τέλη της δεκαετίας του ’60.

Στην διαδρομή του πέρασε από πολλά σχήματα, τραγούδησε συνθέσεις του Γιάννη Μαρκόπουλου και ακολούθησε τελικά μια ροκ διαδρομή που τα είχε όλα.

Συνεργασίες με γκρουπ σαν τους «Σπυριδούλα», τα «Μπουρμπούλια» το ντουέτο «Δάμων & Φειδίας» έχτισαν τον μύθο του Παύλου Σιδηρόπουλου, ενός μοναχικού ροκ καβαλάρη με ευαισθησίες και όλα όσα τις ακολουθούν. Γυναίκες που πέρασαν και δεν έμειναν, νύχτες με φίλους, μυθικές live εμφανίσεις και ναρκωτικά.

Για στρατό ούτε λόγος να γίνεται. Όταν τον καλούν το 1976 είναι αποφασισμένος να πάρει απολυτήριο «Ι5».«Την άνοιξη του 1976 με ενάμιση μήνα στην Τρίπολη, είκοσι μία ημέρες στο 401 και τέσσερα ηλεκτροσόκ παίρνω το τρελόχαρτο» είχε πει σε μια συνέντευξή του, κάποια χρόνια αργότερα, όταν ήταν πλέον γνωστός.

Κάτι που δεν άλλαξε πάντως τον χαρακτήρα ενός παιδιού που μεγάλωσε μέσα σε ένα άνετο οικονομικά περιβάλλον και στους κόλπους μιας αστικής οικογένειας, στην οποία κυριαρχούσε η πνευματική καλλιέργεια. Με τους «Απροσάρμοστους» και το μυθικό πια «Zorba the Freak» είχε φτάσει στην πιο ώριμη ίσως καλλιτεχνική του στιγμή, έχοντας σίγουρα να δώσει κι άλλα.


 Δεν πρόλαβε ίσως επειδή όλοι οι «καταραμένοι» πρίγκιπες φεύγουν από την ζωή, την στιγμή που βρίσκονται στην πιο δημιουργική τους φάση.

Έτσι κι εκείνος, ταξίδεψε στις 6 Δεκεμβρίου του 1990 για να συναντήσει τον Μόρισον, τον Χέντριξ και την Τζάνις όταν έκλεισε για πάντα τα μάτια του, σε εκείνο το διαμέρισμα στο Νέο Κόσμο.

Στα παρακάτω βίντεο ακούστε μερικά από τα κομμάτια που τον κάνουν αξέχαστο:

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ