Οδός Μάρνη. Καλοκαίρι. Μέσα στο λιοπύρι καμαρώνω τα καινούργια μου αθλητικά παπούτσια , ψάχνοντας ράθυμα με το βλέμμα που έχω αφήσει το μικρό σκούτερ. Ακριβώς έξω από το μαγαζί μια παλιά Μερσεντές πράσινης απόχρωσης με ορθάνοιχτες τις τέσσερις πόρτες.

Πιο πίσω το όχημα που με ταξίδευε από την Κυψέλη στην Καλλιθέα τη στιγμή που διάλεξα επαγγελματικό προσανατολισμό. «Καλημέρα παιδί μου, σε έκλεισα;» μου απευθύνει ερώτηση ο κύριος που ξεσκόνιζε τη Μερσεντές. Ναι, είχε πάρει ένα πανί και καθάριζε μόνος του τα τζάμια και δεν θα του έδινα την παραμικρή σημασία αν δεν μου απηύθυνε τον λόγο.

Τον κοίταξα και στα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν άρχισα να σιγουρεύομαι. Ήταν ο Παύλος Γιαννακόπουλος. Στην πραγματικότητα δεν χρειαζόταν καν να μου μιλήσει. Το μηχανάκι μου και το αυτοκίνητο απείχαν περίπου δύο μέτρα και τα πρωινά του Ιουλίου η οδός Μάρνη ευθυγραμμίζεται με την αποκέντρωση που επιβάλλει ο νόμος του θέρους. Δεν υπήρχε ούτε μία πιθανότητα να με είχε κλείσει.

Ήταν ο Παύλος Γιαννακόπουλος και μίλησε πρώτος σε έναν άγνωστο, που σκάρτα είχε πατήσει τα 18. Η αυθάδεια μου χτύπησε κόκκινο: «Πιο πολύ με κλείσατε όταν πήρατε τον Πάσπαλιε. Στον εαυτό μου». Μειδίασε και συνέχισε να καθαρίζει το παρμπρίζ: «Ολυμπιακός είσαι, παιδί μου;». Στα επόμενα λεπτά η κάθε του φράση τελείωνε με «παιδί μου».

Νομοτελειακά, είχα ξεχάσει τα καινούργια παπούτσια και μιλούσα για μπάσκετ και τις πτυχές της οριακά μετεφηβικής μου ζωής με τον άνθρωπο που ευθυνόταν εν πολλοίς για τις καλοκαιρινές συναισθηματικές μου μεταπτώσεις, όταν ανακοίνωνε ονόματα και ονόματα και ονόματα.

Όλο αυτό διήρκεσε μέχρι να ολοκληρωθεί το τελετουργικό γυαλίσματος της μεγάλης Μερσεντές: «Εκκολαπτόμενος αθλητικός δημοσιογράφος κύριε Παύλο» απάντησα στην πιο συνήθη ερώτηση που μπορεί να κάνει ένα 60άρης σε έναν έφηβο και συμπλήρωσα «Δεν ξέρω όμως αν θα τα καταφέρω. Είναι δύσκολα».

«Να πιστεύεις στον εαυτό σου και ν’ αγαπάς αυτό που κάνεις. Είμαι σίγουρος ότι θα συναντηθούμε ξανά» απεφάνθη. Μπήκε στη Μερσεντές, πέρασε το τελευταίο πράσινο φανάρι της οδού Μάρνη που βγάζει στην Πατησίων. Η αφεντιά μου πάλι συνέχισε να κάνει το Κυψέλη – Καλλιθέα με το σκουτεράκι για άλλον έναν χρόνο. Ήταν ο δεύτερος χρόνος φοίτησης στη σχολή δημοσιογραφίας.


Στο final four

Θεσσαλονίκη. Απρίλιος του 2000 Το χρίσμα για την πρώτη δημοσιογραφική – τηλεοπτική παρακαλώ – κάλυψη μιας μεγάλης διοργάνωσης είχε φορέσει ατόφιο χαμόγελο στο πρόσωπό μου. Έσπαγε μόνο όταν κάποιος οπαδός της Μακάμπι γονάτιζε μπροστά μου για ένα εισιτήριο. Αυτή η διαδικασία επαναλαμβανόταν όσες μέρες διήρκεσε το final four. Οι Ισραηλινοί ήταν πολλοί και οι μισοί δεν είχαν εισιτήρια. Αναγνώριζαν ότι είσαι Έλληνας, άρα έχεις και τα μέσα. Δεν δίσταζαν να γονατίσουν. Το «παρακαλάω για ένα εισιτήριο» αποκτούσε νόημα.

Κλείνει η παρένθεση. Το μειράκιο της ελληνικής δημοσιογραφίας κοιμόταν με τη διαπίστευση που του είχε κοτσάρει το αθλητικό τμήμα της ΕΡΤ και έψαχνε θέματα. Το καθήκον με καλούσε στο αεροδρόμιο. Θα ερχόταν ο ιδιοκτήτης του Παναθηναϊκού στο αεροδρόμιο. Της ελληνικής ομάδας για την οποία βρισκόμασταν στη Θεσσαλονίκη.

Περίμενα υπομονετικά έξω από τις αφίξεις. Η κάμερα μου και καμιά δεκαριά δημοσιογράφοι. Μόλις είδαν τον κύριο Παύλο έπεσαν επάνω του. Μπλέξαμε. Ρεπορτάζ Παναθηναϊκού δεν έκανα και δεύτερον σιγά μη θυμόταν την πρώτη συνάντηση στην οδό Μάρνη. Έπαιξα ρέστα.

-Καλησπέρα κύριε Γιαννακόπουλε μια δήλωση για την ΕΡΤ
-Ξέρεις δεν έχω μιλήσει στους άλλους…
-Ξέρετε, χρειάζομαι μία δήλωση, αν δεν μιλήσετε εσείς…
-Έχουμε ξαναμιλήσει, ε;
-Ναι, λίγο.

Δεν έχω αποσαφηνίσει ακόμα αν με είχε γνωρίσει εκ πρώτης όψεως. Κομματάκι δύσκολο. Μου χάρισε μια αποκλειστική δήλωση πριν από τον ημιτελικό του Παναθηναϊκού και το απίστευτο συναίσθημα να ζητάνε καταξιωμένοι συνάδελφοι να μάθουν δυο γραμμές απ’ όσα είπε. Στα 30 δεύτερα που ακολούθησαν τη δήλωση, του θύμισα και συγκινήθηκε: «Να είσαι σίγουρος ότι δεν θα μιλήσω αλλού μέχρι το τέλος της διοργάνωσης».

Τον ευχαριστώ για την τυχαία γνωριμία και τη μικρή συναναστροφή. Αυτό το κείμενο δεν έχει καμία αξία περισσότερη. Τώρα που το σκέφτομαι ξανά, είμαι ο πλέον ακατάλληλος για να προσθέσω μερικά ακόμα γραμμάρια μελάνης στο «αντίο» του Παύλου Γιαννακόπουλου. Του μεγάλου παράγοντα του ελληνικού αθλητισμού.

Όχι για τον «αθλητή Γουίλκινς» ή τον Στόγιαν Βράνκοβιτς. Όχι για τον Ρέμπρατσα, τον Μποντιρόγκα ή τον Βολκόφ. Ούτε καν για τον Γκάλη και τον Γιαννάκη και όλα τα μεγάλα ονόματα που έκλεινε με συνοπτικές διαδικασίες. Ίσως ναι, και για όλους αυτους μα πάνω απ’ όλα για το ακέραιο του χαρακτήρα. Για το ήθος και την ανθρωπιά. Για την προσφορά στο μπάσκετ τον σεβασμό προς το άθλημα και τον αντίπαλο, όχι τον «εχθρό» – έχει τη σημασία του. Για την απλότητα που εξαφανίστηκε από τους παράγοντες του αθλητισμού κι έδωσε τη θέση της στη χυδαιότητα.


Για τη διαφορετική – την ανεκτή – πλευρά του οπαδισμού που τον χαρακτήριζε και ψάχνουμε ανθρώπους να την κληρονομήσουν. Για την άνευ όρων αγάπη στον Παναθηναϊκό του. Για τις ατέλειωτες ανθρώπινες ιστορίες που θα γραφτούν αυτές τις ημέρες και είναι όλες, πέρα ως πέρα, αληθινές. Για όλα αυτά, ο Παύλος Γιαννακόπουλος είναι αναντικατάστατος.

Παναγιώτης Βουγιούς