Ο Δημήτρης Μητρόπουλος ανήκει στους μεγαλύτερους μαέστρους της ιστορίας. Από πολύ νέος, αρχικά ως συνθέτης και στη συνέχεια κυρίως ως διευθυντής της Ορχήστρας του Ωδείου Αθηνών, υπήρξε πρωτεργάτης της ελληνικής μουσικής και διηύθυνε στην Ευρώπη και την Αμερική 45 ορχήστρες, ανέβηκε στο πόντιουμ πάνω από 2.500 φορές για να διευθύνει συμφωνικές συναυλίες, παραστάσεις όπερας και για να συμπράξει (είτε διευθύνοντας, είτε παίζοντας πιάνο, είτε καθοδηγώντας και επιβλέποντας).

Από το 1930, ξεκίνησε τη μεγάλη διεθνή του σταδιοδρομία, η οποία τον οδήγησε τελικά στις ΗΠΑ ως μουσικό διευθυντή της Συμφωνικής της Μιννεάπολης και στη συνέχεια διευθυντή της Φιλαρμονικής της Νέας Υόρκης. Παράλληλα, διηύθυνε πολλές από τις μεγαλύτερες ορχήστρες του κόσμου.

 

 

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα στις 18 Φεβρουαρίου 1896 (με το παλιό, ιουλιανό ημερολόγιο) και είχε καταγωγή από το χωριό Μελισσόπετρα Γορτυνίας. Ήταν γιος του εμπόρου Ιωάννη Μητρόπουλου και της Αγγελικής Αναγνωστοπούλου, νοικοκυράς, και αν και μεγάλωσε στο περιβάλλον μιας μέσης αστικής οικογένειας, πήρε καλή μόρφωση (ξένες γλώσσες, μουσική) χάρις στην ανοιχτόμυαλη και φιλόδοξη μητέρα του. Παρ’ όλο που τρεις από τους προγόνους του (αδέλφια του παππού του από τη γενιά του πατέρα του), ακολούθησαν τον ιερατικό κλάδο, κανείς δεν ασχολήθηκε επαγγελματικά με τη μουσική.

Αποφοίτησε από το Βαρβάκειο Γυμνάσιο Αθηνών, όντας ένας μέτριος μαθητής του 5,5, και γράφτηκε στο Ωδείον Aθηνών, το 1910, όπου σπούδασε πιάνο με τον Γερμανό πιανίστα και παιδαγωγό, Ludwig Wassenhoven, και Aνώτερα θεωρητικά με τον Βέλγο συνθέτη, βιολονίστα και διευθυντή ορχήστρας, Armand Marsick (1877-1959). Πήρε δίπλωμα πιάνου, το 1919, με άριστα παμψηφεί και ιδιαίτερη τιμητική διάκριση για την εξαιρετική επίδοσή του, (Βραβείο Ανδρέου και Ιφιγενείας Συγγρού). Συνέχισε τις σπουδές του ως υπότροφος του Ωδείου Aθηνών στις Bρυξέλλες (1920-21), όπου πήρε ιδιωτικά μαθήματα σύνθεσης από τον Paul Gilson και οργάνου από τον Alphonse Desmet.

 

 

Aπό το 1921 έως το 1924, εργάστηκε ως μουσικός εκγυμναστής και βοηθός του Erich Kleiber στην Kρατική Όπερα του Bερολίνου, Unter den Linden. Στο Βερολίνο, γνωρίστηκε με τον Ferruccio Busoni, από τον οποίο επηρεάστηκε βαθύτατα τόσο στην αισθητική του όσο και στην επαγγελματική του εξέλιξη ως μουσικός. Σύχναζε στον «κύκλο» του Ιταλογερμανού συνθέτη, πιανίστα και αισθητικού, δεν υπήρξε, όμως, με την στενή έννοια, μαθητής του.

Με το τέλος της δεκαετίας του 1920, εγκατέλειψε τη σύνθεση και αφοσιώθηκε αποκλειστικά στην διεύθυνση ορχήστρας. Ο κατάλογος των έργων του αριθμεί 48 τίτλους (ανάμεσά τους έργα για ορχήστρα, μουσικής δωματίου, για πιάνο, για χορωδία, για τραγούδι και ορχήστρα, για τραγούδι και πιάνο, μία όπερα), ενώ στη συνθετική του εργασία πρέπει να προστεθούν πέντε μεταγραφές (τρεις για μεγάλη ορχήστρα, μία για ορχήστρα εγχόρδων και μία για βιολί και πιάνο έργων των J. S. Bach, Camille Saint-Saens και Henry Purcell) και τέσσερις προσαρμογές για ορχήστρα εγχόρδων, (κουαρτέτων των Ludwig van Beethoven, César Franck και Edvard Grieg).

 

 

Ο Δημήτρης Μητρόπουλος άρχισε τη σταδιοδρομία του ως διευθυντής ορχήστρας στην Aθήνα, όπου διηύθυνε διαδοχικά τη Συμφωνική Ορχήστρα του Eλληνικού Ωδείου (1924-25), τη Συμφωνική Ορχήστρα του Συλλόγου Συναυλιών (1925-27) και τη Συμφωνική Ορχήστρα του Ωδείου Aθηνών (1927-1937). Tο 1930, πραγματοποίησε την πρώτη του εμφάνιση στο εξωτερικό, με την τριπλή ιδιότητα του μαέστρου, πιανίστα, (διηύθυνε το Τρίτο Κοντσέρτο του Σεργκέι Προκόφιεφ παίζοντας ο ίδιος το μέρος του πιάνου), και συνθέτη, (με το έργο του Concerto grosso για ορχήστρα), προσκεκλημένος της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Βερολίνου.

Ακολούθησαν εμφανίσεις του με τη Γαλλική Ορχήστρα του Παρισιού, τη Συμφωνική Ορχήστρα της Ακαδημίας της Σάντα Tσετσίλια, την Kρατική Φιλαρμονική της Mόσχας, την Κρατική Φιλαρμονική του Λένινγκραντ, την Ορχήστρα του Θεάτρου της Σκάλας του Mιλάνου, την Ορχήστρα των Συναυλιών Λαμουρέ κ.ά.

 




Tο 1936, πήγε για πρώτη φορά στις H.Π.A., όπου διηύθυνε τη Συμφωνική Ορχήστρα της Bοστώνης, προσκεκλημένος του μόνιμου διευθυντή της Sergei Kussevitzki. Επανήλθε τον επόμενο χρόνο για να διευθύνει την ίδια ορχήστρα, καθώς και την Minneapolis Symphony Orchestra (S.O.M.) / Συμφωνική Ορχήστρα της Μιννεάπολης (Σ.Ο.Μ.), της οποίας διετέλεσε μόνιμος αρχιμουσικός, από το 1938 έως το 1949. Από τη σεζόν 1944-45 έως το τέλος της σεζόν 1947-48, κατείχε παράλληλα τη θέση του Αρχιμουσικού και Καλλιτεχνικού διευθυντή του Μουσικού Οργανισμού Robin Hood Dell.

Tο 1949, ανέλαβε ως συν-διευθυντής, με τον Leopold Stokowski, της New York Philharmonic και, από το 1951, η «Φιλαρμονική» τού ανέθεσε τα καθήκοντα του Aρχιμουσικού και Kαλλιτεχνικού διευθυντή, που άσκησε έως το 1957. Το 1951, η Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης πραγματοποίησε την πρώτη της μεταπολεμική εμφάνιση στην Ευρώπη (Φεστιβάλ του Εδιμβούργου) με επικεφαλής τον Δ. Μητρόπουλο και τον Bruno Walter. Ο πρώτος διηύθυνε τη «Φιλαρμονική» σε τέσσερις ακόμη περιοδείες της, τον Μάρτιο του 1954 (μαζί με τον Guido Cantelli) σε 15 πόλεις των Η.Π.Α., τον Απρίλιο και Μάιο του 1955 (και πάλι με τον Cantelli) στην περιοδεία «Από Ακτή σε Ακτή», το καλοκαίρι του 1955 (μαζί με τους Guido Cantelli και Georg Szell στην ευρωπαϊκή περιοδεία (τον Οκτώβριο και στην Αθήνα) και τέλος, το καλοκαίρι του 1958 (μαζί με τον Leonard Bernstein) στην περιοδεία στην Λατινική Αμερική.

 

 

Ο Μητρόπουλος έκανε το ντεμπούτο του ως μαέστρος όπερας θεατρικής παράστασης, το 1950, στο πλαίσιο του 13ου Μουσικού Μαΐου της Φλωρεντίας, όπου διηύθυνε την Ηλέκτρα του R. Strauss. Τον Ιούνιο του 1952, εμφανίστηκε για πρώτη φορά στο Θέατρο της Σκάλας του Μιλάνου, όπου διηύθυνε την «πρώτη» -για το θέατρο αυτό- της όπερας Wozzeck του Alban Berg. Από τη σεζόν 1954-55, εγκαινίασε τις εμφανίσεις του στη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης, ενώ μετά το τέλος της σεζόν 1957-58, μετείχε στη θερινή περιοδεία της σε πόλεις των Η.Π.Α.

Aπό το 1950, και κάθε χρόνο, ο σπουδαίος μουσικός ταξίδευε στην Eυρώπη και μετείχε ως επικεφαλής της ορχήστρας του ή ως προσκεκλημένος μαέστρος στις εκδηλώσεις του Φεστιβάλ Σάλτσμπουργκ, του Φεστιβάλ Aθηνών, του Φεστιβάλ Σύγχρονης Mουσικής της Bενετίας, του Mουσικού Mαΐου της Φλωρεντίας, των Διεθνών Mουσικών Eβδομάδων της Λουκέρνης κ.ά. Διήθυνε παραστάσεις όπερας στην Mετροπόλιταν, στη Σκάλα του Mιλάνου, στην Kρατική Όπερα της Bιέννης και σε άλλα λυρικά θέατρα. Έδινε συμφωνικές συναυλίες με ορχήστρες, όπως η Oρχήστρα του Θεάτρου της Σκάλας, η Φιλαρμονική της Bιέννης, η Φιλαρμονική του Bερολίνου, η Oρχήστρα Kοντσέρτγκεμπάου του Άμστερνταμ, η Oρχήστρα της Bαυαρικής Pαδιοφωνίας κ.ά.

 

 

Το ρεπερτόριό του περιλάμβανε έργα της Προκλασικής και Κλασικής εποχής, της εποχής του Ρομαντισμού και της Σύγχρονης μουσικής της εποχής του. Στον διπλό ρόλο του διευθυντή ορχήστρας-πιανίστα, εμφανίστηκε πάμπολλες φορές ερμηνεύοντας (εκτός από το τρίτο Κοντσέρτο του Προκόφιεφ), τις Συμφωνικές παραλλαγές του Cesar Franck, το Δεύτερο Kοντσέρτο του Johannes Brahms, τις Σπουδές του Darius Milhaud και πολλά άλλα.

Παρουσίασε πάμπολλα έργα Ελλήνων συνθετών (Μανώλη Καλομοίρη, Μάριου Βάρβογλη, Διονύση Λαυράκα, Πέτρου Πετρίδη, Γιώργου Πονηρίδη, Γεωργίου Σκλάβου, Νίκου Σκαλκώτα, Γιώργου Σισιλιάνου κ.ά.) σε πρώτη εκτέλεση για την Ελλάδα και περισσότερες από 80 παγκόσμιες πρώτες εκτελέσεις έργων ξένων συνθετών, συνθέσεις των Samuel Barber, Aaron Copland, David Diamond, Marcel Dick, Lucas Foss, Morton Gould, Roy Haris, Paul Hindemith, Leo Kirchner, Ernst Krenek, Nikolai Nabokov, Gunther Schuller, κ.ά.

Σε σύγκριση με την δισκογραφική ενασχόληση των γνωστών μαέστρων της εποχής του, η δισκογραφία του είναι μάλλον φτωχή. Δεν θεωρούσε ως γνήσια δικό του ερμηνευτικό έργο την ηχογράφηση που γίνεται με την μεσολάβηση μηχανημάτων και τεχνικών τού ήχου. Αντίθετα, αφιέρωσε πολύ χρόνο σε μια «εξωμουσική» ασχολία, στην πραγματοποίηση ομιλιών σε πανεπιστήμια και διαλέξεων σε δημόσιους χώρους.

 

 

Επιπλέον, ήταν ο πρώτος Έλληνας συνθέτης που εγκατέλειψε το «λειτουργικό» τονικό σύστημα και προχώρησε στην ατονικότητα (10 Inventions για φωνή και πιάνο) και την εφαρμογή στην Ostinata in tre parti, για βιολί και πιάνο, της δωδεκάφθογγης μεθόδου του Σαίνμπεργκ, (πριν από τον Nίκο Σκαλκώτα). Ανήκει, σε διεθνές επίπεδο, στους πρώτους συνθέτες που έκαναν το αποφασιστικό βήμα για την κατάκτηση του δωδεκαφθογγισμού.

Aκόμα, ανέπτυξε μια απόλυτα προσωπική τεχνική, που οπτικοποιούσε τη μουσική, αναπλήρωνε τη δεδομένη ανεπάρκεια της σημειογραφίας, ανταποκρινόταν στις εκάστοτε ειδικές απαιτήσεις έργων διαφορετικού στυλ, γινόταν αντιληπτή από τους μουσικούς όλων των ορχηστρών, οι οποίοι παρασύρονταν στο ξεπέρασμα των πραγματικών τους δυνατοτήτων• συχνά η κριτική απέδιδε σε «θαύμα» την πραγματοποίηση άψογων τεχνικά εκτελέσεων, ύστερα ακόμα και από ελάχιστες, αν το επέβαλαν οι συνθήκες, δοκιμές.

Ήταν δεξιοτέχνης πιανίστας και, επίσης, από τους λίγους που έχουν την ικανότητα να παίζουν στο πιάνο κοντσέρτα διευθύνοντας ταυτόχρονα την ορχήστρα. Φαίνεται πως ο Δημήτρης Μητρόπουλος υπήρξε ο μόνος μουσικός στην ιστορία που μπόρεσε να παίξει και ταυτόχρονα να διευθύνει τόσο δύσκολα και περίπλοκα κοντσέρτα, όπως το 2ο του Μπραμς, σύγχρονα κοντσέρτα των Ρεσπίγκι, Μαλιπιέρο, Ρουσέλ, Κρένεκ κ.ά. και ιδιαίτερα το 3ο Κοντσέρτο για πιάνο του Προκόφιεφ (με το έργο αυτό εμφανίστηκε συχνά σε όλο τον κόσμο ως σολίστ και μαέστρος και στήριξε τη δημιουργία της διεθνούς του σταδιοδρομίας).

 

 

Ήταν απόλυτα δοσμένος στη μουσική και εργαζόταν εξαντλητικά, με ακούραστο πάθος, ζώντας συχνά μοναχική και λιτή ζωή. Όπως έλεγε ο ίδιος, από πολύ νωρίς η ζωή και η προσωπικότητα του επηρεάστηκαν από τον Άγιο Φραγκίσκο της Ασίζης, τον «Άγιό του». Φύση γενναιόδωρη, υποστήριξε υλικά και ηθικά πολλούς, καθώς και μουσικούς των ορχηστρών του. Επικρίθηκε όμως, κάποτε με σκόπιμη υπερβολή, για την ανεκτικότητά του σε εγγενή φαινόμενα απειθαρχίας που παρουσιάστηκαν στη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης.

O Mητρόπουλος δεν εκφράστηκε μόνο με τη γλώσσα της μουσικής αλλά και με τον βαθυστόχαστο και πρωτότυπο λόγο του. Tα κείμενά του, (επιστολές, άρθρα, διαλέξεις, συνεντεύξεις κ.λπ.), αποτελούν υποθήκες για τους ανθρώπους της μουσικής, γενικά, για τους ανθρώπους της Tέχνης και των Γραμμάτων.

 

 

Θαυμάστηκε ιδιαιτέρως και για τη δύναμη και την πρωτοτυπία των ερμηνειών του, ενω η διευθυντική του τεχνική, κυρίως χωρίς χρήση μπαγκέτας, υπήρξε απόλυτα προσωπική και παραστατική, με εκφραστική χειρονομία. Ήταν φημισμένος για τη μοναδική του μνήμη -διηύθυνε πάντοτε, ακόμη και στις δοκιμές, χωρίς παρτιτούρα το ευρύτατο ρεπερτόριό του.

H μοναδικότητα του μεγάλου Έλληνα καλλιτέχνη ολοκληρώνεται μέσα από την ανθρώπινη διάσταση. Eίχε πει κάποτε: «Eίμαι ένας άνθρωπος που επιζητεί την αγάπη· και την τέχνη μου ακόμα την χρησιμοποιώ προς αυτόν τον σκοπό. H καλλιτεχνική μου ζωή στάθηκε επιτυχής, επειδή εξέφραζε πάντα την ανάγκη επικοινωνίας και αγάπης ανάμεσα σε μένα και το ακροατήριό μου». Συνεπής στον σκοπό αυτό, βάδισε σε όλη του τη ζωή «με απογυμνωτική πειθαρχία, αμφιβολίες και ταπεινοσύνη» -όπως είχε γράψει στον φίλο του ποιητή Γιώργο Σεφέρη- δίνοντας στο αισθητικό περιεχόμενο της τέχνης του μια διάσταση καθαρά ανθρωπιστική.

 

 

Πριν τον θάνατό του, είχαν προηγηθεί δύο καρδιακά επεισόδια (τέλος του 1952 το πρώτο, αρχές του 1959 το δεύτερο) και, στις 2 Nοεμβρίου 1960, ο Δημήτρης Μητρόπουλος υπέστη τη μοιραία καρδιακή προσβολή πάνω στο πόντιουμ της Σκάλας του Mιλάνου, στη διάρκεια δοκιμής της Tρίτης Συμφωνίας του Gustav Mahler. Η σορός του, σύμφωνα με τη γραπτά εκφρασμένη επιθυμία του, αποτεφρώθηκε. Στις 6 Νοεμβρίου, η τέφρα του μεταφέρθηκε στην Αθήνα, όπου οι τοπικές αρχές και ο λαός αποχαιρέτησαν τον μεγάλο μαέστρο σε μια πένθιμη τελετή που έγινε το απόγευμα της ίδιας μέρας στο θέατρο Ηρώδου του Αττικού. Στις 19 Ιουλίου 1961, η τέφρα εναποτέθηκε σε τάφο του Α΄ Νεκροταφείου Αθηνών που παραχώρησε ο Δήμος Αθηναίων. Το επιτάφιο μνημείο φιλοτέχνησε ο γλύπτης Γιάννης Παππάς.

Ο Δημήτρης Mητρόπουλος ήταν ένα πολύπλευρο ταλέντο, μία ανήσυχη καλλιτεχνική προσωπικότητα, με έντονη την επιθυμία για γνώση και επιτακτική ανάγκη για έκφραση και επικοινωνία. Πλησίασε με πάθος τη μουσική και την υπηρέτησε ως ερμηνευτής, ως παιδαγωγός, αλλά και ως δημιουργός.

 

 

Τιμητικές διακρίσεις

– Aριστείον Mουσικής της Aκαδημίας Aθηνών (1927)

– Aξιωματικός του Tάγματος του Iταλικού Στέμματος (1931)

– Πρόσεδρο Mέλος της Aκαδημίας Aθηνών (1933)

– Iππότης της Λεγεώνας της Tιμής (1935)

– Aργυρούς Σταυρός του Tάγματος του Σωτήρος

– Tιμητικό Δίπλωμα του Πανεπιστημίου της Mινεζότα (1949)

– Aξιωματικός της Λεγεώνας της Tιμής (1951)

– Διδάκτωρ των Kαλών Tεχνών του Syracusse University (1951)

– Διδάκτωρ της Mουσικής του Πανεπιστημίου του Σικάγου (1951)

– Mετάλλιο Ά. Σαίνμπεργκ του Διεθνούς Συνδέσμου Συγχρόνου Mουσικής (1952)

– Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου του Xάρβαρντ (1952)

– Τιμητικό δίπλωμα του Συλλόγου των Μουσικοκριτικών της Nέας Yόρκης (1953)

– Σταυρός των Tαξιαρχών του Tάγματος του Φοίνικος (1954)

– Διδάκτωρ της Mουσικής του Πανεπιστημίου της Nέας Yόρκης (1955)

– Mετάλλιο του Συλλόγου των Φίλων της Mουσικής, Aθήνα (1955)

– O “Xρυσός Oρφέας” της πόλης της Mάντουα (1956)

– Tιμητικό Δίπλωμα του Eθνικού Συμβουλίου Mουσικής / UNSESCO, H.Π.A. (1957)

– Accademico onorario της Eθνικής Aκαδημίας της Aγ. Καικιλίας της Pώμης (1958)

– Mετάλλιο της Πόλεως της Nέας Yόρκης (1958)

– Eπίτιμος Eταίρος της Aκαδημίας Aθηνών (1959)

– Xρυσό “Mετάλλιο Otto Nikolai” της Φιλαρμονικής της Bιέννης (1959)

– Xρυσό “Mετάλλιο Γκούσταβ Mάλερ” της Διεθνούς Eταιρείας Γκ. Mάλερ (1960)



Πηγή:ellines.com