Ο Δρ. Αλέξανδρος Φραντζής, διδάκτορας βιολογικής ωκεανογραφίας στην Ελλάδας, είναι ο άνθρωπος που μελετά έναν από τους πιο απειλούμενους πληθυσμούς φαλαινών στον κόσμο. Αυτά τα θαλάσσια πλάσματα δεν ζουν σε κάποιον εξωτικό ωκεανό, αλλά στα δικά μας ελληνικά ύδατα.

Ο Guardian αναδεικνύει την απειλή για τις τελευταίες φάλαινες φυσητήρες που ζουν στην Ελλάδα και υπογραμμίζει τον κίνδυνο που συνεχώς μεγαλώνει σήμερα. Ο δρ. Φραντζής έχει περάσει σχεδόν 25 χρόνια μελετώντας τα θαλάσσια θηλαστικά. Το γραφείο του, όπως και το μικρό του ίδρυμα το Ινστιτούτο Κητολογικών Ερευνών Πέλαγος, έχουν συμβάλει στο να γίνει γνωστός ο πλούτος και οι ιδιαιτερότητες της θαλάσσιας ζωής στη χώρα μας. «Το θαλάσσιο περιβάλλον της Ελλάδας είναι πολύ πλούσιο σε είδη.

Στην αρχαιότητα τα κητώδη ήταν πολύ σημαντικά. Ο Αριστοτέλης έγραψε την πρώτη επιστημονική μελέτη (Περί τα ζώα ιστορίαι) γι’ αυτά. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι Έλληνες ήταν οι πρώτοι και τώρα είναι οι τελευταίοι στον τομέα, γι’ αυτό και λαμβάνονται επειγόντως μέτρα», αναφέρει. Οι φάλαινες φυσητήρες είναι στο επίκεντρο της τελευταίας εκστρατείας του Φραντζή. Αν και το είδος κυριαρχεί σε άλλες θάλασσες, υπάρχουν λιγότερα από 300 πλάσματα στα ελληνικά ύδατα, ο μεγαλύτερος βιότοπός τους στην ανατολική Μεσόγειο. Όπως και τα θαλάσσια θηλαστικά στα περισσότερα μέρη, οι φάλαινες αντιμετωπίζουν μια πληθώρα απειλών, από την τα δίχτυα αλιείας μέχρι την κατάποση πλαστικών αποβλήτων.

Στην Ελλάδα υπάρχει ο πρόσθετος κίνδυνος ηχορύπανσης από τα πολεμικά πλοία του ΝΑΤΟ που διεξάγουν υποβρύχιες ασκήσεις. Οι ασκήσεις αυτές κατηγορούνται για αποπροσανατολισμό των φαλαινών οι οποίες εξαρτώνται από τη δική τους μορφή σόναρ για πλοήγηση και κυνήγι. Οι έρευνες, μετά την ανακάλυψη υποβρύχιων υδρογονανθράκων, αποτελούν επίσης απειλή. Αλλά ο Φραντζής λέει ότι ο μεγαλύτερος κίνδυνος για τα κητοειδή είναι η πιθανότητα σύγκρουσης με ένα πλοίο.

Ξεχωρίζει τα νερά της δυτικής Πελοποννήσου, μια περιοχή όπου οι φάλαινες ζουν, αλλά είναι μια από τις πιο πολυσύχναστες διαδρομές για ναυτιλία. Τον περασμένο μήνα, μια φάλαινα εννέα μέτρων ξεβράστηκε σε μια παραλία στη Σαντορίνη, και αυτή ήταν απλά η πιο πρόσφατη καταγραφή. Για τις φάλαινες, ο θάνατος από τη σύγκρουση είναι μακράν ο πιο οδυνηρός καθώς τα ζώα παραμένουν σοβαρά τραυματισμένα πριν πεθάνουν. Τουλάχιστον μια φάλαινα κάθε χρόνο σκοτώνεται από χτύπημα πλοίου – ένα ποσοστό θνησιμότητας που είδος σε αυτά τα μέρη δεν μπορεί να αντιμετωπίσει.

Οι φορείς διατήρησης άγριας ζωής υποστηρίζουν ότι εάν οι διαδρομές ναυτιλίας οδηγηθούν μακρύτερα στην ανοικτή θάλασσα, ο κίνδυνος των πλοίων θα πέσει δραματικά. «Η λύση θα ήταν να μεταφερθούν οι οδοί ναυσιπλοΐας λίγο πιο μακριά από τις παραλίες σε βαθύτερα νερά που δεν προτιμούνται από τις φάλαινες» αναφέρει ο ειδικός στα κητοειδή Russell Leaper. Η Ελλάδα δεν είναι η μόνη περιοχή που έχει γίνει τόσο αφιλόξενη για τις φάλαινες καθώς ίδια περίπου είναι η κατάσταση και στην Σρι Λάνκα. Οι περιβαλλοντολόγοι έχουν κερδίσει απρόσμενη υποστήριξη από τη ναυτιλιακή βιομηχανία.

Ο Διεθνής Ναυτιλιακός Οργανισμός, αναγνωρίζοντας το πρόβλημα, έχει καταρτίσει κατευθυντήριες γραμμές. Νωρίτερα αυτό το μήνα, η Διεθνής Επιτροπή Φαλαινοθηρίας κάλεσε την ελληνική κυβέρνηση να αναλάβει δράση, παραθέτοντας επιστημονικά στοιχεία που έδειχναν ξεκάθαρα ότι έπρεπε να αντιμετωπιστούν τα χτυπήματα από πλοία. Τα πλοία που περνάνε με μεγάλη ταχύτητα από τα σημεία όπου ζουν οι φάλαινες προκαλούν θανατηφόρα σκισίματα στα σώματά τους ενώ υπάρχουν και φορές που ενώ ένα κουφάρι νεκρού ζώου που δεν φέρει εξωτερικές πληγές, τα οστά έχουν συντριβεί από την σύγκρουση. Σύμφωνα με τον Guardian, η ελληνική κυβέρνηση αναμένεται να υποβάλει προτάσεις για την αναδρομολόγηση και νέες ναυτιλιακές οδούς, αυτό το καλοκαίρι.

Ο Φραντζής και η ομάδα του, βοήθησαν στην αναγνώριση των υδάτων που πρέπει να αλλάξουν καθώς εκεί ζουν πολλές φάλαινες. Η έρευνα που διεξήχθη δείχνει πως η μετατόπιση της μετακίνησης πέντε μίλια μακρύτερα στην ανοικτή θάλασσα, θα αρκούσε. Για ένα κρουαζιερόπλοιο με ταχύτητα 20 κόμβων, τα πέντε μίλια θα προσθέσουν μόνο 15 λεπτά σε ολόκληρο το ταξίδι, αλλά θα έσωζε πολλά από τα σπάνια και πολύτιμα αυτά πλάσματα, σημειώνουν οι ειδικοί. Με πληροφορίες από Guardian/ Observer


Πηγή: www.lifo.gr