Με λένε Μαντάμ | Συνέντευξη στον Γιώργο Μπέζα 
Μεσημέρι στην Αρεοπαγίτου. Περπατά αργά σα να χορεύει πάνω σε δύο ψιλοτάκουνες γόβες με φθαρμένο τακούνι.
Μια ψηλόλιγνη γυναίκα με φθαρμένα τακούνια, σκοροφαγωμένη καπαρντίνα δεμένη στραβά και με εμφανή τα σημάδια του χρόνιου πάνω της, κάνει τα εμφάνιση της και ξαφνιάζει την εικόνα της ηλιόλουστης Αρεοπαγίτου.
Οι λιγοστοί τουρίστες αδιαφορούν για την ρακένδυτη κυρία, με το φτηνό κατακόκκινο κραγιόν τα ψεύτικα μπιζού και τα γκρίζα μαλλιά.
Περπατά αργά σα να χορεύει.
Παλεύει να ισορροπήσει πάνω στις ψιλές γόβες που το φθαρμένο τακούνι κάνει τον χαρακτηριστικό θόρυβο – τακ τακ -σαν να θέλει να τονίσει την παρουσία της.
Την πλησιάζω δειλά.
Με περιεργάζεται μέσα απ’ τα γυαλιά.
Συστήνομαι. Σε ξέρω, μου λέει, σε έχω δει.
Τη ρωτώ πώς τη λένε.
 
«Με λένε Μαντάμ!» 
Δύο φορές μου τονίζει ότι μόνο σε αυτό το… όνομα ακούει.
«Το βαπτιστικό μου όνομα πέθανε μαζί μ’ εμένα», μου λέει.
Η συζήτησή μας κράτησε σχεδόν δύο τέταρτα της ώρας. Επιλεκτικά μου χαρίζει σε κάθε της φράση την προίκα της. Σπουδαίο δώρο, οι εμπειρίες της ζωής της.
«Να κεράσω τον καφέ;» προτείνω.
Μου πιάνει το χέρι και μου λέει με βαριά, απ’ τα τσιγάρα, φωνή: «Οι μόρτες δεν κερνούν καφέ, αλλά μόνον ουίσκι».
Μοιάζει ν’ απολαμβάνει την κουβέντα μας.
Αρκετές φορές μου θυμίζει πως η ζωή είναι μικρή για να την σπαταλάς με μιαν άγνωστη από την οποία, όπως επιμένει, δεν θα κερδίσω τίποτα.
Παλιά Αρτίστα.
Ποτέ στη ζωή της δεν σκόνταψε.
Ακόμη κι όταν είχε πιει μπουκάλες ουίσκι αναζητώντας συντρόφους, επιδέξιους γαμπρούς που της έταζαν γάμους κι αρραβώνες «μέσα σε χρυσά κλουβιά».
 
«Όταν άκουγα για γάμο με έπιανε εμετός».
Ήξερε πως δεν θέλει παιδί.
Ήξερε πως δεν θα γίνει καλή μάνα.
Και γέλαγε όταν στο μεθύσι τους της μιλούσαν για οικογένεια.
Κι όταν τα χρόνια πέρασαν, οι πρώτες ρυτίδες ήρθαν μαζί με τα χρέη που άρχισαν να αυξάνονται αφού κανείς πια δεν ήθελε τη συντροφιά της, παρά μόνον εκείνοι που ήταν ερωτευμένοι μαζί της και που ακόμη και σήμερα την βοηθούν από μακριά στέλνοντας με τον σοφέρ τους, το τσεκ του μήνα. Ζουν με την ανάμνηση της γυναίκας που τους αγνόησε που τους έφτυσε και που ποτέ δεν τους ζήτησε βέρα. Αλλά τους χάρισε μοναδικές βραδιές που ποτέ δεν είδαν το φως της αυγής.
Σήμερα μοιάζει να αδιαφορεί για όσους την κοιτούν.
Κάποιοι την αναγνωρίζουν. Άλλοι σιγοψυθιρίζουν το όνομά της ξέροντας πως τους ακούει. Μοιάζει να θέλουν να την πληγώσουν, να μπήξουν τα νύχτα στο γερασμένο δέρμα της που έζησε πλούτη, δόξα και μια ζωή ζηλευτή.
Κάποτε ήταν σπουδαία αρτίστα.
Έπαιξε σε ελληνικές ταινίες.
Όταν ο αμερικάνικος στόλος έφτανε στον Πειραιά, ήταν πάντα εκεί.
Οι άντρες φάγανε πολλά λεφτά στη γοητεία της ενώ οι γυναίκες ακόμη και σήμερα, την ζηλεύουν για όλα εκείνα που έζησε.
Όταν η κουβέντα πάει στις μεγάλες ντίβες της εποχής της, τις στολίζει με δεκάδες κοσμητικά επίθετα. Όχι από κακία, όπως μου λέει, αλλά πιο πολύ από οίκτο που «χαράμισαν τη ζωή τους σ’ ένα γάμο σκλαβοπάζαρο».
Όσο για κείνη:
«Εμένα δεν μπόρεσε να με αγοράσει κανείς. Όποιον αγάπησα μου τα έφαγε, αλλά χαλάλι του…» 
Σφίγγει τα δόντια και μιλά με πείσμα σνομπάροντας ακόμη και τώρα όλους εκείνους που ποτέ δεν θα ζήσουν όσα εκείνη έζησε. Τους οικτίρει για τη μίζερη ζωής τους.
Μου λέει ότι δε νοσταλγεί και δε λυπάται για τα χρόνια που πέρασαν.
Χαίρεται που ο κόσμος την αναγνωρίζει στα 85 της χρόνια. Που την ζηλεύουν και δεν μπορούν ούτε και τώρα να την… χτυπήσουν.
Ο καφετζής που χρόνια τώρα της σερβίρει τον ελληνικό καφέ -πάντα σκέτο με φουσκάλες, μερακλίδικο – είναι ο μεγαλύτερος θαυμαστής της. Κι εκείνη είναι η καλύτερη πελάτισσά του αφού το φιλοδώρημα που του αφήνει είναι η μισή τιμή του καφέ.
Στη γειτονιά της την φωνάζουν «Μαντάμ». 
Κάθεται στο γωνιακό καφενέ και αγναντεύει την Ακρόπολη.
Την ίδια ώρα. Χρόνια τώρα. 
Σαν κάτι να περιμένει. Σαν ένα ραντεβού που δεν ήρθε ποτέ.
Πίνει τον καφέ αργά απολαμβάνοντας την κάθε γουλιά.
Ανάβει τσιγάρο.
 
Και το σταυροπόδι της, ακόμη και σήμερα κολάζει, προκαλεί.
Το ξέρει πως προκαλεί, το ξέρει πως γέρασε, το ξέρει πως θα μπορούσε να έχει παιδιά, εγγόνια κι έναν γάμο στο βιογραφικό της.
Εκείνη, όμως, επέλεξε την ελευθερία.
Τον αγοραίο έρωτα και μια καρδιά που σταμάτησε ν’ αγαπά από τότε που κατάλαβε πως ο έρωτας πονά.
«Τα νιάτα μου, η καρδιά μου και τα παιδιά που για χάρη του χάλασα χτυπώντας την κοιλιά μου στις γωνιές του κρεβατιού και πίνοντας τόσο που δεν καταλάβαινα τον πόνο».