Το πραγματικό του όνομα ήταν Γιάννης Παπαδόπουλος, όμως τον γνωρίσαμε ως Ζαννίνο μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο. 

Γεννήθηκε στις 21 Αυγούστου 1923 στο Γαλατά Κωνσταντινούπολης, ωστόσο λίγο μετά τη γέννησή του ήρθε με την οικογένεια του ως πρόσφυγας στην Αθήνα. Μεγάλωσε στη Δραπετσώνα και από μικρός αναγκάστηκε να κάνει δουλειές του ποδαριού, καθώς στα 14 του χρόνια ορφάνεψε από πατέρα. Σπούδασε στη σχολή χορού του Άγγελου Γριμάνη και τα πρώτα χρόνια εργάστηκε ως επαγγελματίας χορευτής στα μπαλέτα Ραμασόφ.

Τότε, τον ανακάλυψε ο Αττίκ, ο οποίος τον είδε να χορεύει στην περίφημη «Μάντρα του Αττίκ. Ο συνθέτης τον ρώτησε το όνομά του κι εκείνος απάντησε «Γιάννης». Η διευθύντρια του μπαλέτου, Σοφία Ραμαζώφ, τον αποκαλούσε Νίνο και τότε ο Αττίκ είπε: «Τι Γιάννης και αηδίες. Γιάννης, δηλαδή Ζαν, Ζαν και Νίνο ίσον Ζαννίνο. Έτσι θα σε παρουσιάσω!».

Με αυτό το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο θα έκανε λίγο αργότερα μια σπουδαία κινηματογραφική καριέρα, παίζοντας στο πλευρό σπουδαίων καλλιτεχνών. Το ντεμπούτο του στον κινηματογράφο έγινε το 1956 με την ταινία «Ερωτικά παιχνίδια» και ακολούθησαν οι ταινίες «Ένα κορίτσι σε περιμένει», «Μακρυκωσταίοι και Κοντογιώργηδες», «Τύφλα να ‘χει ο Μάρλον Μπράντο», «Θου Βου Φανερός Πράκτωρ 000», οι «Οι τέσσερις άσσοι» και πολλές ακόμη. Υπολογίζεται ότι από τη δεκαετία του ’60 μέχρι τη δεκαετία του ’70 είχε παίξει σε 60 ταινίες.

Αν και αναλάμβανε δεύτερους ρόλους αγαπήθηκε από το κοινό και έγινε αναγνωρίσιμος. Μάλιστα, είχε ενσαρκώσει και έναν από τους 300 του Λεωνίδα στην πρώτη εκδοχή της ταινίας, στην οποία πρωταγωνιστούσε ο Ρόμπερτ Μίτσαμ και το 1978 πήρε μέρος και στην αμερικανική ταινία που έγινε παγκόσμια επιτυχία, «Το Εξπρές του μεσονυχτιού», όπου υποδυόταν τον τούρκο ανακριτή. Σύμφωνα με την κόρη του, Σόφη όταν βρισκόταν στη Μάλτα για τα γυρίσματα της ταινίας έπαθε και το πρώτο του έμφραγμα εξαιτίας του άγχους του.



Ο Ζαννίνο είχε συνεχή παρουσία στον κινηματογράφο μέχρι τη δεκαετία του ’90. Η τελευταία του ταινία ήταν ο «Καβάφης». Παντρεύτηκε με την ηθοποιό Τζένη Παπαδοπούλου, με την οποία είχε μια περιπετειώδη γνωριμία. Ο Ζαννίνο την έσωσε από τον υπόκοσμο, καθώς ένας επιχειρηματίας την είχε εξαπατήσει και είχε σκοπό να την προσλάβει για κονσομασιόν.  Ο Ζαννίνο τη φιλοξένησε στο σπίτι του και από τότε έμειναν μαζί. Απέκτησαν μια κόρη, τη Σόφι, η οποία επίσης ασχολήθηκε με την υποκριτική και υιοθέτησε το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο του πατέρα της.

«Από μωρό μού είχε τονίσει ότι “σε αυτήν τη δουλειά δεν πρέπει να πεις ποτέ τη λέξη κρυώνω, πεινάω, νυστάζω. Μόνο ο θάνατος δικαιολογεί την όποια απουσία από το καθήκον που έχεις ως ηθοποιός να εμφανίζεσαι στην παράσταση, και τη συνέπεια, την ακρίβεια και τον επαγγελματισμό σου οφείλεις πάντοτε να επιδεικνύεις», είχε πει για τον πατέρα της.

Ο Ζαννίνο πέθανε στην Αθήνα στις 27 Μαΐου του 1995.



Δείτε απόσπασμα από την ταινία του Θανάση Βέγγου » Ένα Ασύλληπτο Κορόιδο»: