Τότε ήταν Δευτέρα, ήταν ακριβώς η Δευτέρα μετά από κάποιες εκλογές.

Τέσσερις μόλις ημέρες πριν, δηλαδή Πέμπτη βράδυ, δεν ήξερα καν αν θα φορέσω νυφικό ή κοστούμι. Όταν το είπα στο Βασίλειο Κωστέτσο, μου απάντησε: «Έλα εδώ να σε δω από κοντά και θα δούμε»… Προφανώς ήθελε να μου αλλάξει γνώμη και το έκανε.

Τι χρώμα θέλεις το νυφικό Νένα;» ήταν η πρώτη του ερώτηση όταν με είδε μετά τα σταυρωτά φιλιά μας, λες και ήξερε πως ήταν αδύνατο να ξαναφορέσω κάτι σε λευκό ή ιβουάρ, άλλωστε τα χρώματα αυτά τα είχα ξαναφορέσει, και τα δύο.

-«Το κόκκινο αποκλείεται» του είπα, και συνέχισα «το πράσινο επίσης λόγω παναθηναϊκού, μας μένει το βαθύ μωβ ή το μπλε ρουά» του είπα και εκείνος αμέσως έφερε μπροστά μου υφάσματα που με έκαναν αμέσως και παραιτήθηκα από την ιδέα του κοστουμιού…

«Αυτό είναι μου είπε, ταιριάζει με τα μάτια σου, μην το συζητάς κοίτα πόσο υπέροχο είναι, θα δεις, άστο στα χέρια μου, κάτσε να σου πάρω μέτρα» και σε κλάσματα δευτερολέπτου φορούσα το ύφασμα που ήδη είχε πάρει μορφή φορέματος, νυφικού, πάντως απλό ύφασμα είχε πάψει να είναι…

 

Βασίλειος, τελεία και παύλα, ένα πλάσμα χαρισματικό, ταλαντούχο, δοτικό, ένας καλλιτέχνης της μόδας, ένας δημιουργός δίχως αναστολές, ένας κύριος που υπήρχε, υπάρχει και θα υπάρχει χάρη σ’ αυτό το μοναδικό του ταλέντο. Να πιάνει το ύφασμα και να το κάνει ιδιαίτερο δημιούργημα επάνω στην κάθε κυρία που πρέπει να στολίσει… Και το πετυχαίνει ο αγαπημένος μου, και τον ευχαριστώ που στόλισε τη μοναδική στιγμή της ένωσής μου με τον Τάσο.

Αμέσως μετά βρήκαμε τα χρώματα για τα κοστούμια του Τάσου και του Χρήστου, «το κουστούμι για το μπεμπέ Νένα» έλεγε και ξανάλεγε με τόση τρυφερότητα και φροντίδα για το μικρό κύριο που θα με συνόδευε.

 

«Ίδια θα τα κάνω» μου είπε και εγώ ενθουσιάστηκα που θα έβλεπα τους δύο άνδρες μου ντουμένους ολόιδια.

Και δεν ξέρω αν φαίνεται, αλλά η λατρεία που έχει ο Τάσος στο βλέμμα του για το μικρό μου άγγελο ήταν οι βέρες που φόρεσα μαζί του εκείνο το απόγευμα, εκτός από τις βέρες που μας πέρασε στο δεξί χέρι ο κουμπάρος μας ο Αντώνης Αγαπίου.

Από εκείνη την ημέρα πέρασαν ήδη 8 χρόνια και ο Τάσος συνεχίζει και κοιτάζει το Χρηστάκο με την ίδια λατρεία και ακόμα μεγαλύτερη, και εγώ συνεχίζω να νιώθω ότι ένιωθα τότε, επί οκτώ…

Γιατί έτσι πάνε αυτά, όταν η αγάπη ξεχειλίζει από τα μάτια κάποιου, δεν έχεις παρά να ανταποκριθείς στο έπακρο… Όταν μπορείς και νιώθεις.

Να είσαι καλά Τασάρα μου, γιατί μας αγαπάς αληθινά και μας το δείχνεις καθημερινά. Γιατί τολμάς και κάνεις πράξη όσα άλλοι ντρέπονται και να προφέρουν, γιατί η αγκαλιά σου είναι βάλσαμο, γιατί σ’ αγαπάμε τόσο όσο καμιά φορά δεν αντέχουμε να σου δείξουμε…

Χρόνια μας καλά, με πολύ κουράγιο και ηρεμία, με χαμόγελα και αντοχές, με νίκες ζωής καθημερινά, σαν αυτές που ξέρεις να μου μαθαίνεις.

Νένα Χρονοπούλου – Μητροπούλου