Όλοι θυμόμαστε τι γινόταν όταν γιορτάζαμε τότε που ήμασταν παιδιά.

Πόση αναμονή για τη γιορτή μας, και πόσο πολύ μας απασχολούσε να έχουμε γλυκά για να κεράσουμε τους συμμαθητές μας στο σχολείο.

Άλλα παιδιά έφερναν καραμέλες τσάρλεστον, ποιός δεν τις θυμάται, άλλα πάλι σοκολατάκια μαργαρίτες, εκεί γινόταν χαμός, άλλα ζελεδάκια με γκοφρέτα πάνω κάτω ή τα τυλιχτά σοκολατάκια κεράσματα, που ήθελαν πολύ προσοχή γιατί λιώνανε και μετά η ποδιά ήταν για πλύσιμο, και ποιός άκουγε τη γκρίνια στο σπίτι.

Αυτή η όμορφη χειρονομία προσφοράς όμως μας έκανε πιο κοινωνικούς και μας έδενε  ακόμα περισσότερο με τους φίλους μας. Κανένας δε σχολίαζε αν του άρεσε ή όχι το γλυκό, ακόμα και αν ήταν η πιο απλή καραμέλα, το δεχόντουσαν όλοι με πολύ προσμονή και όλα τα παιδιά έδιναν ευχές σ’ αυτό που γιόρταζε.

Τη μέρα της γιορτής μας φορούσαμε μέσα από την ποδιά τα «καλά» μας ρούχα και οπωσδήποτε καλά παπούτσια και κάλτσες επίσημες…

Είχαμε κάνει μπάνιο την προηγούμενη ημέρα και είμασταν φρεσκολουσμένοι, την εμφάνισή μας συμπλήρωνε η κολώνια ΜΥΡΤΩ με άρωμα «λεμόνι».

Όταν γυρίζαμε στο σπίτι η μητέρα είχε φροντίσει να είναι πεντακάθαρο και να μοσχοβολάει λουλούδια από όλα τα ανθοδοχεία, το φαγητό εκείνης ημέρας ήταν πάντα κρέας, κατσικάκι στο φούρνο με πατάτες ή κοκκινιστό μοσχάρι καπαμά με τηγανιτές πατάτες.

‘Ηταν η ημέρα του χρόνου που το σαλόνι είχε την τιμητική του, το μεγάλο τραπέζι στη μέση ήταν στολισμένο με το καλύτερο κεντητό σεμέν, τα μικρά συνοδευτικά τραπεζάκια τα σκέπαζαν μικρότερα σεμενδάκια, οι καναπέδες στις πλάτες και στα μπράτσα φορούσαν ασορτί πλεκτά σεμέν επίσης, και ασφαλώς τα φοντάν ήταν σε παράταξη μέσα σε κλασσικές υπέροχες κρυστάλλινες φοντανιέρες με καπάκι για να μη σκονίζονται τα σοκολατάκια. Δίπλα τους υπήρχε ο ασημένιος δίσκος με το μπουκάλι του λικέρ και τα ασορτί του ποτήρια.

Σερβίτσιο λικέρ μουράνο του 1950

Τα κρυστάλινα ποτήρια της προίκας της μητέρας ήταν σε παράταξη, λαμποκοπιστά μέσα στη βιτρίνα τους, γιατί θα είχαμε κόσμο στο σπίτι.

Ξεκινώντας το σερβίρισμα η οικοδέσποινα προσέφερε στους καλεσμένους της πρώτα το σοκολατάκι, ακολουθούσε το λικέρ με το μεγαλύτερο γλυκό, ήταν τυλιχτό κατά προτίμηση καριόκα ή αργολάβοι, και μετά ερχόταν το κυρίως γλυκό που ήταν πάστα ή χειροποίητο γαλακτομπούρεκο.

Για τους άνδρες υπήρχε και ουίσκυ, οι γυναίκες σπάνια έπιναν ουίσκυ τότε συνήθως έπιναν λικέρ «παρφαίντ αμούρ» ή βερμούτ.

Όταν η «μητέρα» χρειαζόταν βοήθεια ήταν η καλύτερη στιγμή της ημέρας, γιατί τότε νιώθαμε «μεγάλες», βλέπετε  βοηθούσαμε στο σερβίρισμα της γιορτής, μεγάλη τιμή για τις μικρές κυρίες. Συνήθως αρχίζαμε από το σερβίρισμα του «φοντάν» και η ψυχή της μητέρας μας έτρεμε μη τυχόν και σπάσει η φοντανιέρα, η οποία ήταν συνήθως δώρο γάμου.

Τα σπίτια μας ήταν πάντα ανοιχτά γιατί στις γιορτές δεν καλούν, ο κόσμος επισκέπτεται το σπίτι του εορτάζοντα δίχως πρόσκληση. Συνεπώς ο αριθμός των κερασμάτων ήταν πάντα μεγάλος  για να μη γίνει «ρεζίλι» η οικοδέσποινα.

Η μουσική ήταν απαραίτητη και σιγά-σιγά το κέφι άναβε και στρώναμε και το τραπέζι με τα κεντητά χειροποίητα τραπεζομάντηλα και τις κεντητές πετσέτες. Κάθε χρόνο και άλλο εργόχειρο γιατί το περυσινό το είχαν δει.

Οι επισκέπτες μας ερχόντουσαν πάντα φορώντας τα «καλά» τους ρούχα για να τιμήσουν τον εορτάζοντα, φορούσαν τότε και τα κοσμήματά τους, σκουλαρίκια, χρυσές βέργες, μενταγιόν, χειροποίητα βραχιόλια και περίιτεχνα δαχτυλίδια με ογκώδης πέτρες, πέρλες σειρές ολόκληρες, γιατί έτσι ήταν η μόδα τότε.  Οι άνδρες περιοριζόντουσαν σε μία καρφίτσα στη γραβάτα τους, σε ένα δαχτυλίδι χρυσό που ήταν συνήθως δώρο γάμου στον παράμεσο ή στο μικρό δάχτυλο το κλασσικό χρυσό δαχτυλίδι με την πέτρα. Κάποιοι πιο εκκεντρικοί φορούσαν και χρυσή ταυτότητα.

Οι γυναίκες είχαν πάει απαραίτητα κομμωτήριο από πολύ νωρίς το πρωί και οι άνδρες βορούσαν το καλό τους κοστούμι και ήταν φρεσκοξυρισμένοι κόντρα. Τα παπούτσια τους γυαλίζανε και όλοι ήταν αρωματισμένοι. Οι κυρίες προτιμούσαν το «άρωμα» ή τις πρωτοεμφανιζόμενες κολώνιες Charlie, 4711 και Cloe, οι κύριοι φορούσαν after save, Pino Sylvestre, Old Spice ή Brut αυτά με τη χαρακτηριστική μυρωδιά εκείνης της εποχής.

 

 

 

 

 

 

Ξαφνικά το σπίτι γέμιζε από το άρωμα της θείας, του θείου, της γειτόνισσας, της κουμπάρας και με έναν ανεξήγητο τρόπο ξέραμε ποιος έχει έρθει και ποιον περιμέναμε, ξέραμε ποιανού η μυρωδιά δεν είναι εκεί.

Μετά ήταν τα δώρα, τα ατελείωτα κουτιά με τα γλυκά, τα λουλούδια, οι κούκλες και τα πυτζαμάκια, τυλιγμένα απλά αλλά και τόσο πλούσια. Κανένας δεν ερχόταν να σε επισκεφθεί με άδεια χέρια, όλοι ήθελαν να σου προσφέρουν κάτι.

Και το γλέντι συνεχιζόταν μέχρι πρωίας αν η γιορτή έπεφτε Σάββατο, και η γειτονιά γινόταν ένα, και τα παιδιά παίζαμε και ξεσαλώναμε όλα μαζί, και μιλούσαμε, γελούσαμε, επικοινωνούσαμε σα μια οικογένεια. Όλοι μαζί, παιδιά, γονείς και παππούδες.

 

Αδέρφια, ξαδέρφια, γειτονόπουλα όλα μαζί μία παρέα, τότε…

Ξέρω σας θύμισα την παιδική μας εποχή, και σας συγκίνησα… Και εγώ το ίδιο έπαθα, γιατί συνειδητοποιώ πως όλα αυτά τα όμορφα πέρασαν και δε γυρίζουν πίσω, τουλάχιστον όχι έτσι…

Χρόνια σας πολλά, να είσαστε πάντα καλά, και εγώ αν έκανα δώρο σε συνομίληκούς μου θα έπαιρνα κάτι που να μας κάνει να ξανανιώσουμε παιδιά…

Φιλιά πολλά σε όλους σας,

Νένα Χρονοπούλου – Μητροπούλου