Oι γυναίκες της ζωής του, οι γάμοι, το πάθος και ο έρωτας »σταθμός».

Ανάμεσα σε όλα τα άλλα –μορφωμένος, σπουδαίος ηθοποιός  μαχητικός ανθρωπιστής, gentleman – ο Αλέκος Αλεξανδράκης, υπήρξε, βεβαίως και ένας εξοντωτικά όμορφος, τρισμέγιστος γόης.

Η επιτομή του Έλληνα ζεν πρεμιέ. Είναι χαρακτηριστική η κριτική του Αιμίλιου Χουρμούζιου στην »Καθημερινή», όταν ο Αλέκος έκανε τα πρώτα του βήματα στο θεατρικό σανίδι, στις 9 Ιουλίου 1949, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις στο κοινό: »Παρουσιάστε όπλα. Επιτέλους, ένας εραστής στο ελληνικό θέατρο»

Η εμφάνισή, το στυλ, ο αέρας του – ένας αέρας κοσμοπολίτη μεγαλοαστού, έμπειρου, σκληρού αρσενικού και βασανισμένου παιδιού – γοήτευαν τους πάντες. »Είχε μια λάμψη» – θα ΄λεγε ο Αλέκος Σακελλάριος σε μια από τις συνεντεύξεις του – »και μια φυσικότητα. Και κάτι ακόμα: σαν να ήταν μπλαζέ, σαν να μην τον ένοιαζε. Μπορεί να πεινούσε, ας πούμε, αλλά έδειχνε πως αδιαφορούσε. Υπεράνω. Αυτό το μπλαζεδιλίκι ήταν κι ένα από τα στοιχεία του που γοήτευε τις γυναίκες».

Η περίφημη »ερωτική γοητεία» του Αλεξανδράκη είναι πια ένας θρύλος στο ελληνικό θέατρο. »Δεν υπήρχε γυναίκα που να τον αρνήθηκε ποτέ», ορκίζονταν όσοι τον έζησαν από κοντά. Οι θαυμάστριές του, έκαναν ουρά για να τον δουν, λιποθυμούσαν, ούρλιαζαν, μάζευαν τις γόπες από τα τσιγάρα του, έκλεβαν το κασκόλ του ή έσκιζαν τα ρούχα του στις πρεμιέρες, για να πάρουν ένα κομμάτι – οι πιο τολμηρές εισέβαλλαν απρόσκλητες στο καμαρίνι του ή του πετούσαν στη σκηνή χαρτάκια με το τηλέφωνό τους την ώρα που εκείνος έπαιζε τον Ιππόλυτο στην »ιερή» Επίδαυρο. Ανάμεσά τους, και γυναίκες που αργότερα θα μοιράζονταν μαζί του τα φώτα, τη σκηνή.

»Ο πιο ωραίος για μένα ήταν ο Αλέκος Αλεξανδράκης», θα δήλωνε χρόνια αργότερα η Μάρθα Καραγιάννη, απαντώντας σε μια ερώτηση για το ποιος από τους άντρες με τους οποίους συνεργάστηκε  τη γοήτευσε  »Ήταν ο Θεός μου, πριν ακόμα τον γνωρίσω. Ήμουν 14 χρόνων όταν πήγα στο θέατρο για να μου δώσει αυτόγραφο. Μόλις τον είδα μαρμάρωσα. Έκτοτε, τον ανέφερα στις προσευχές μου: »να είναι καλά ο Αλέκος!» Όταν αργότερα δουλέψαμε μαζί, του το είπα και γέλασε. Δεν έγινε μεταξύ μας κάτι, αφενός γιατί ήταν παντρεμένος κι αφετέρου γιατί πλέον μου είχε περάσει ο παιδικός έρωτας».

Kι ωστόσο, ο Αλεξανδράκης ήταν – κατά κοινή ομολογία – ο μεγαλύτερος εραστής της εποχής του (»Το πιο γρήγορο πιστόλι», όπως τον αποκαλεί, με μια δόση χιούμορ στο βιβλίο του, ο παλιός φροντιστής της Φίνος Φιλμ, Παντελής Παλιεράκης). Ο μύθος του ακαταμάχητου womanizer, χτίστηκε πάνω σε ένα βουνό ιστορίες – κάποιες αληθινές, κάποιες υπερβολικές.

Λέγεται, ας πούμε, πως κάποτε που γύριζε μια ταινία στο Λαγονήσι, είχε παρακαλέσει συνάδελφό του, στο διπλανό δωμάτιο του ξενοδοχείου, να ενημερώνει τις γυναίκες που θα έφταναν ως την πόρτα του ότι »ο Αλέκος λείπει», ώστε να μπορέσει να κοιμηθεί. Τι είχε συμβεί; Οι θαυμάστριές του, αλλά και οι κοπέλες που είχαν ρόλο κομπάρσου στην ταινία, είχαν μάθει το νούμερο του δωματίου του. Πήγαιναν λοιπόν τα βράδια – κάθε βράδυ – και χτυπούσαν την πόρτα του με την κρυφή ελπίδα να τους ανοίξει και να τους ζητήσει να περάσουν μέσα.

Μια άλλη φορά, σε μια άλλη ταινία, υποδυόταν τον άρρωστο ή τον ανάπηρο. Τον ρόλο της νοσοκόμας έπαιζε μια άγνωστη νεαρή ηθοποιός. Οι δύο τους είχαν γνωριστεί μισή ώρα πριν από το γύρισμα. Αλλά λίγο πριν από τα »πάμε», του σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη, τα φώτα έσβησαν. Το μπλάκ άουτ έκανε το συνεργείο να τρέχει, σε πανικό για να αποκαταστήσει τη βλάβη. Λίγα λεπτά αργότερα όταν τα φώτα ξανάναψαν, ο σκηνοθέτης είδε τη »νοσοκόμα» στη σφιχτή αγκαλιά του Αλέκου Αλεξανδράκη. Είχαν χρειαστεί λίγα, μόλις,  λεπτά γνωριμίας για να πέσει στην αγκαλιά του.

Σε μια άλλη παραγωγή, το 1964, ο Φίνος είχε νοικιάσει μια βίλα στην Κηφισιά για να κάνουν κάποια γυρίσματα. Εκεί υπήρχε ένα δωμάτιο για να ξεκουράζεται ο Αλεξανδράκης  στα διαλείμματα. Λέγεται λοιπόν ότι απ’ αυτό το δωμάτιο είχαν παρελάσει όλες οι γυναίκες του φιλμ. Τόσο που ο Παντελής  Παλιεράκης του είχε πει: »Αμάν, ρε Αλέκο, κι αυτή; Δεν είναι πια και τόσο νόστιμη. Κι εκείνος του απάντησε: ‘Ψυχή έχει κι αυτή, γιατί όχι;»

Η Έλλη που τον μάγευε

Δεν ήταν βέβαια, πάντα τόσο απλόχερα, σχεδόν κυνικά »δοτικός» – υπήρχε μια εποχή, γύρω στα 20 του, που ο έρωτας για τον Αλεξανδράκη ήταν μαγεία, όνειρο – ένα όνειρο που ενσάρκωνε επί σκηνής η 22χρονη Έλλη Λαμπέτη.

Φοιτητής ακόμα της Δραματικής Σχολής του Εθνικού, πήγαινε καθημερινά ως το Βασιλικό Θέατρο, και τη χάζευε από τις κουϊντες, να παίζει, στο πλευρό του Δημήτρη Χορν. »Είχα πραγματικά μαγευτεί από την υποκρική τους τέχνη. Ένα βράδυ λοιπόν, η Έλλη, με πιάνει από τον ώμο. »Νεαρούλη τι κάνεις εσύ κάθε βράδυ εδώ;» μου λέει. »Είμαι μαθητής στη Σχολή κυρία Λαμπέτη. Σας θαυμάζω και τους δύο. Είστε οι αγαπημένοι ηθοποιοί» της απαντάω.

Θυμάμαι πως όταν η Έλλη (σ.σ. που δεν ήταν ακόμα ζευγάρι με τον Χορν) έφευγε από το θέατρο , περνούσε μέσα από το Πεδίον του Άρεως – από κει έφευγε για να πάει σπίτι της. Από κει όμως ήταν ο δρόμος μου για να πάω και στο δικό μου σπίτι. Κάποια φορά μου ζήτησε να τη συνοδεύσω και από τότε κάναμε μαζί την ίδια διαδρομή κάθε βράδυ. Περνούσαμε από τη Μαυροματαίων, και καταλήγαμε στη Σχολή Ευελπίδων».

Φιλικά, στην αρχή. Αλλά ένα βράδυ, σε έναν από κείνους τους ανοιξιάτικους μεταμεσονύχτιους περιπάτους, μες στο σκοτάδι και τους ερωτικούς αναστεναγμούς από τα ζευγαράκια που σφίγγονταν στα παγκάκια του πάρκου αντάλλαξαν το πρώτο τους φιλί – το προοίμιο ενός δυνατού έρωτα, που θα κρατούσε έξι μήνες.

Μια τρυφερή άνοιξη, ένα μαγικό καλοκαίρι που δεν θα αποχωρίζονταν στιγμή ο ένας τον άλλο. Την ημέρα, έπαιρναν το λεωφορείο και κατέβαιναν στο Φάληρο, για να κολυμπήσουν στη θάλασσα. Tα βράδια, η Έλλη κοιμόταν στο σπίτι του, μια μονοκατοικία με κήπο, στην οδό Ιουστινιανού, στο ύψος της Σχολής Ευελπίδων.

Έκαναν σχέδια. Το φθινόπωρο θα τους βρει μαζί και στο θέατρο, πρωταγωνιστές στο θίασο της Κατερίνας που ανεβάζει τη »Φθινοπωρινή παλίρροια» της Δάφνης ντυ Μωριέ. Είναι ερωτευμένοι – αλλά όταν η Έλλη ερωτεύεται, είναι σαν κυκλώνας. Ισοπεδωτική. Όταν μαθαίνει πως η Κατερίνα σχεδιάζει μια τουρνέ για τον χειμώνα με ζεν πρεμιέ τον Αλεξανδράκη, γίνεται έξαλλη. »Δεν πιστεύω να πας!». Του ζητάει επιτακτικά να αρνηθεί –έχει κλείσει το Μουσούρη για τον χειμώνα, θα παίξουν μαζί στην »Κληρονόμο», θα είναι μαζί. Αλλά ο Αλεξανδράκης, δεν μπορεί να πει »όχι» στην γυναίκα που τον έβγαλε στο θέατρο και τον έχρισε πρωταγωνιστή. Ή δεν θέλει. Η σχέση του με την Λαμπέτη τελειώνει με έναν καυγά και πικρά λόγια. Η Έλλη, χάνεται από τη ζωή του, αρνείται να του ξαναμιλήσει. Τον επόμενο χρόνο, όταν εκείνος θα πάει στο καμαρίνι της με μια θεατρική συντροφιά, για να την συγχαρεί για την »Πεγκ», η Έλλη θα τους φιλήσει όλους γλυκά. Ύστερα, όταν θα φτάσει σε κείνον, θα τον προσπεράσει, παριστάνοντας πως δεν τον είδε – όπως προσπερνάμε ένα έπιπλο, μια καρέκλα, ένα άδειο βάζο.

Οι γάμοι του

Ίσως να έχει δίκιο. Άλλωστε, ξέρει πως ο Αλέκος δεν είναι μόνος του. Την έχει κιόλας αντικαταστήσει με μια άλλη, την Μάρτζι Βάλβη, μια Ελληνίδα του Σουδάν, με την οποία γνωρίστηκε στο Χαρτούμ, στη διάρκεια της περίφημης τουρνέ της Κατερίνας.

Όσο καιρό ο θίασος έμεινε στο Σουδάν, ο Αλέκος Αλεξανδράκης με τη Μάρτζι και τα αδέλφια της έβγαιναν έξω και διασκέδαζαν. Όταν η περιοδεία τέλειωσε και ο Αλέκος γύρισε στην Ελλάδα, η Μάρτζι τον ακολούθησε – ήταν ερωτευμένη μαζί του και ήθελε να είναι κοντά του.

»Ήταν πολύ ωραίο κορίτσι, όμως εγώ ήμουν πολύ νέος για γάμο και για τέτοια. Δεν μου είχε περάσει καν από το νου», θα εξομολογούνταν στον Νίκο Νικόλιζα, στη βιογραφία του (»Αλέκος Αλεξανδράκης, Ευχαριστώ», εκδ. Άγκυρα). Μπαίνει λοιπόν στην παρέα μας η Μάρτζι και όλοι μου ζητάνε να την παντρευτώ. »Πάρ’το βρε Αλέκο το κορίτσι» μου έλεγαν ο Γιώργος ο Παππάς, η Μελίνα και τόσοι άλλοι». Ώσπου ένα βράδυ σε ένα κλαμπ, στην Αρζεντίνα, πάνω στο κέφι του (σ.σ. του είχε πει ο Κακογιάννης πως ο Σκούρας, της Fox, θα ερχόταν στην Ελλάδα, μαζί με έναν Αμερικανό σκηνοθέτη να τον δουν για μια μεγάλη ταινία που θα γυριζόταν στην Αμερική), είπε το πολυπόθητο ‘ναι’. Ο γάμος του με την Μάρτζι έγινε σε κάποιο ξωκκλήσι και η δεξίωση στη Μ.Βρετανία, με πλήθος καλεσμένων. Τρία χρόνια αργότερα, χώρισαν.

Το καλοκαίρι του ’54, σε μια βόλτα με την αδελφή του και το γαμπρό του για μπάνιο, στη Γλυφάδα, θα γνωρίσει τη Μις Γαλλία, Κλοντ Σαμπατού. »Ήταν δίπλα μας μια πολύ ωραία κοπέλα και ο κόσμος δεν την άφηνε να κάνει βήμα. Όπου πήγαινε, ο αντρικός πληθυσμός της παραλίας την ακολουθούσε. Η αδελφή μου της πρότεινε να έρθει στην παρέα μας». Άρχισαν να βγαίνουν. Ερωτεύτηκαν. Ταξίδεψαν μαζί στο Παρίσι. »Εκεί, μου γνώρισε η Κλοντ τους γονείς και τα αδέλφια της. Στο Παρίσι, τελικά, αποφασίσαμε να παντρευτούμε με πολιτικό γαμο». Πριν κλείσουν τρία χρόνια, νιώθοντας πιεσμένος από τη σχέση τους, της ζήτησε διαζύγιο.

Έτσι κι αλλιώς ήδη, στο Πικ νικ όπου παίζει σε σκηνοθεσία Μάριου Πλωρίτη έχει γνωρίσει μια άλλη γυναίκα, που τον ελκύει, τον εμπνέει, τον μαγεύει. Η Αλίκη Γεωργούλη – ταλαντούχα, διανοούμενη, ενταγμένη στην Αριστερά – είναι μια αληθινή καλλονή.

»Η Γεωργούλη με τον Αλεξανδράκη ήταν από τα ωραιότερα ζευγάρια που έχουν περάσει από το ελληνικό θέατρο», θα πουν αργότερα όσοι τους γνώρισαν. Όταν, το 1957 αποφάσισαν να παντρευτούν, η είδηση έκανε τον κύκλο των κοσμικών στηλών.

»Με την Αλίκη μέναμε μαζί αρκετό καιρό. Όμως δεν ήθελα να λένε ότι απλώς είμαστε ζευγάρι. Είχε και μια θεία. Τη θεία Μαρία που με αγαπούσε πολύ και εγώ τη λάτρευα.(…) Δεν ήθελα λοιπόν η θεία της να στενοχωριέται για το αν θα παντρευτεί η Αλίκη. Έτσι αποφασίσαμε να παντρευτούμε. Την Αλίκη την αγάπησα πολύ. Ήταν σπουδαίος άνθρωπος. Μείναμε μαζί οκτώ χρόνια. Ήταν μία από τις πιο δημιουργικές περιόδους της ζωής μου», θα παραδεχόταν ο Αλεξανδράκης αργότερα.

Το 1964, θα κάνει έναν ακόμα γάμο, με την Βερένα Γκάουερ. Με τη Βερένα γνωρίστηκαν στη Ρόδο, στα γυρίσματα της ταινίας το Δόλωμα – ήταν η ανιψιά του ιδιοκτήτη του ξενοδοχείου Miramare, Τζακ Γκάουερ, στο οποίο έμεναν όλοι οι ηθοποιοί της ταινίας. Δούλευε στη ρεσεψιόν και την έβλεπε κάθε μέρα. Ξετρελάθηκε μαζί της, της ζήτησε να βγουν. Μέχρι να γίνει η πρεμιέρα της ταινίας, είχαν ήδη αποφασίσει να παντρευτούν.

»Την αγάπησα πραγματικά. Ήταν και είναι σπουδαία γυναίκα. Όταν ήρθαν στη ζωή μου τα δυό παιδιά μου, πρώτα ο γιός μου, Βάσιας και τέσσερα χρόνια αργότερα η κόρη μου, η Γιοχάνα, ήμουν πανευτυχής». Αλλά ούτε και αυτός ο γάμος κράτησε.

Ένας »σίφουνας» στη ζωή του

Πράγμα παράδοξο, ίσως τον πιο βαθύ έρωτα, την μεγαλύτερή του σχέση, την έζησε με μια άλλη γυναίκα – τη μόνη που δεν παντρεύτηκε ποτέ. Έμειναν, ωστόσο, μαζί 22 χρόνια. Με την Νόνικα Γαληνέα, -τον γλυκό του »σίφουνα», όπως την αποκαλούσε – γνωρίστηκαν το 1969, επί σκηνής.

Εκείνος, φτασμένος σταρ και παντρεμένος. Εκείνη, ανερχόμενη πολύ νεότερή του, στα χωρίσματα κιόλας από έναν αποτυχημένο γάμο. Η συγκυρία δεν ήταν καλή αλλά ποιος έρωτας νοιάστηκε ποτέ για τις συγκυρίες; Η Νόνικα, κεραυνοβολημένη μαζί του, φοβόταν σχεδόν να τον κοιτάξει στα μάτια (»Πήγαινα πίσω του, στεκόμουν και κοίταζα το σβερκάκι του…»). Όταν ο Αλέκος την ρώτησε πώς τη λένε και του απάντησε ‘Γαληνέα’, γέλασε και την πείραξε »Λάθος  όνομα. Ταραχέα έπρεπε να σε λένε…»

Την αρχή της σχέσης τους, την περιέγραψε η ίδια η ηθοποιός, στη βιογραφία της (»Η ζωή μου», εκδ. Λιβάνη): »Με τον Αλέκο, πρωτοδουλέψαμε μαζί στο θέατρο Μετροπόλιταν της λεωφόρου Αλεξάνδρας, στα ‘Μεγάλα Χρόνια’ του Γεωργίου Ρούσσου, ένα έργο για τη ζωή του Διονυσίου Σολωμού, που το σκηνοθετούσε ο Αλέξης Μινωτής. Πολύ μεγάλος θίασος. Πρωταγωνίστρια στο ρόλο της Φαρμακωμένης η Νίκη Τριανταφυλλίδη. Εγώ έπαιζα την Κοντέσα Σολωμού. Μοιραζόμουν το ίδιο καμαρίνι με την Τριανταφυλλίδη. Ένα βράδυ, στις 29 Ιουνίου 1969, μέρα Σάββατο, βγαίνοντας απ’ το καμαρίνι μας με κλείδωσε μέσα και έφυγε.

Άρχισα να φωνάζω. Ο φύλακας δεν υπήρχε περίπτωση να με ακούσει. Αν και φορούσε διπλά ακουστικά, ήταν θεόκουφος. Και με άκουσε ο Αλεξανδράκης από τη μάντρα – δυο τετράγωνα πιο κάτω – όπου είχε πάει να πάρει το αυτοκίνητό του. Γύρισε πίσω και μου άνοιξε μαζί με το φύλακα, γιατί η άλλη είχε βάλει λουκέτο.

Του είπα πως δεν είχα αυτοκίνητο, παρόλο που είχα, ένα κάμπριο Triumph διθέσιο, το οποίο μόλις είχα πάρει. Το είχα στην ίδια μάντρα που είχε κι εκείνος το δικό του, αλλά μια και ο Αλέκος έμενε στη Γλυφάδα κι εγώ στον Αστέρα της Γλυφάδας με πήγε εκείνος. Στη διαδρομή έτρεμα ολόκληρη από τρακ και νόμιζα πως θα τρελαινόμουν. Όταν βγήκε απ’ το αυτοκίνητο για να με καληνυχτίσει, του είπα (πώς το τόλμησα ούτε ξέρω): »Φίλησέ με». Εκείνος μου είπε: »Ασ’ το καλύτερα», και το επόμενο πράγμα που θυμάμαι είναι ότι βρεθήκαμε κάτω από ένα δέντρο ενώ τ’ αυτοκίνητα περνούσαν το ένα πίσω απ’ τ’ άλλο ρίχνοντας τα φώτα τους πάνω μας….»

Αυτό, για τον Αλέκο σήμαινε μόνο ένα πράγμα: πως ο γάμος του με τη Βερένα είχε τελειώσει. »Δεν ήταν εύκολη απόφαση. Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε πως είχε έρθει το τέλος αυτού του γάμου. Αλλά, ήταν και πάρα πολύ δύσκολο να αποχωριστώ τα παιδιά μου. Όλα όμως έγιναν με αξιοπρέπεια…»

Με την Νόνικα θα μείνουν μαζί ως το 1991 – μια χρυσή εικοσαετία. Με έρωτα, με χαρές και συγκινήσεις, με πολλά ταξίδια και συνεργασίες επί σκηνής, αφού υπήρξαν λαμπρό θιασαρχικό ζευγάρι, τις δεκαετίες ’70 και ‘80.

Ο Αλέκος, θα αγαπήσει πολύ και τις κόρες της Νόνικας, την Αριέττα, την Αμαλία και την Αλεξία –  με τις δύο πρώτες θα βρισκόταν αργότερα μαζί και στο θεατρικό σανίδι. Όταν η σχέση τους τελείωσε – ήρεμα, χωρίς σκάνδαλα ή δράματα – αποφάσισε να ζήσει μόνος. »Αισθάνθηκα πως είχα μεγαλώσει αρκετά για να συνεχίσω με κάποια άλλη γυναίκα στο πλευρό μου».

Πηγή: Ladylike