Σας έχει τύχει να μοιραστείτε ποτέ μια ξεχωριστή στιγμή με έναν ξένο, αλλά από τότε να μην τον έχετε συναντήσει ποτέ ξανά;

Αυτό συμβαίνει πιο συχνά από όσο θα πίστευε κανείς.

Όταν άκουσα την ιστορία αυτού του ανθρώπου από τη Βοστώνη για μια γυναίκα που γνώρισε την Πρωτοχρονιά του 1973, ήταν η απόδειξη ότι πάντα υπάρχει κάποιος λόγος για τον οποίο γνωρίζουμε ένα νέο άτομο.

“Σε γνώρισα στη βροχή την τελευταία ημέρα του 1972, την ίδια μέρα που αποφάσισα να σκοτώσω τον εαυτό μου.

Μία εβδομάδα πριν, κατ ‘εντολή του Ρίτσαρντ Νίξον και του Χένρι Κίσινγκερ, είχα πετάξει τέσσερα Β-52 πάνω από το Ανόι. Πέταξα σαράντα οκτώ βόμβες. Πόσα σπίτια κατέστρεψα, πόσες ζωές τελείωσα, ποτέ δεν θα μάθω. Αλλά στα μάτια των προϊσταμένων μου, είχα υπηρετήσει τη χώρα μου έντιμα, και γι’ αυτό άξιζα πολλές διακρίσεις.

Κι έτσι το πρωί της Πρωτοχρονιάς, βρέθηκα σε ένα διαμέρισμα στο Hereford με ένα μισοάδειο ουίσκι Tennessee Rye στο χέρι και την ντροπή να διαπερνά τις εσοχές της ψυχής μου. Όταν το μπουκάλι άδειασε, πλησίασα προς την πόρτα και ξαναγύρισα για να πάρω το πιστόλι από την ντουλάπα, ένα Smith & Wesson Model 15 και να δώσω στον εαυτό μου την απαλλαγή που του άξιζε.

Περπατούσα για ώρες. Περιπλανιόμουν γύρω από το Fenway πριν συρθώ μέχρι το Symphony Hall και καταλήξω έως την εκκλησία Trinity. Στη συνέχεια, περιπλανήθηκα στην οδό Common, ανέβηκα το λόφο με το χρυσό θόλο του, και περιφέρθηκα μέσα σε αυτό το γοητευτικό λαβύρινθο που χωρίζεται από την Hanover Street.

Μέχρι να φτάσω στην προκυμαία, ένας μαύρος ουρανός είχε ανοίξει κι άρχισε να πέφτει ένα ψιλόβροχο, το οποίο σύντομα έγινε κατακλυσμός. Ενώ οι άλλοι πεζοί έτρεξαν κάτω από τέντες και μπαλκόνια, έχω περπατούσα μέσα στην βροχή. Υπέθεσα, ή μάλλον ήλπιζα ότι θα μπορούσε να ξεπλύνει την ενοχή που είχε πνίξει την καρδιά μου. Αυτό δεν έγινε, φυσικά, κι έτσι άρχισα να πηγαίνω πίσω στο διαμέρισμα.


Και τότε είδα εσένα.

Βρήκες καταφύγιο κάτω από το μπαλκόνι της Παλιάς Βουλής. Φορούσες ένα όμορφο φόρεμα, το οποίο μου φάνηκε τόσο αρχοντικό αλλά ταυτόχρονα τόσο γελοίο. Τα καστανά μαλλιά σου ήταν μπλεγμένα στη δεξιά πλευρά του προσώπου σου, και ένας γαλαξίας πανάδων ξεσκονίζονταν στους ώμους σου. Ποτέ πριν δεν είχα δει κάτι τόσο όμορφο.

Όταν μπήκα κι εγώ κάτω από το μπαλκόνι, με κοίταξες με τα μεγάλα πράσινα μάτια σου, νόμιζα πως έκλαιγες.

Σε ρώτησα αν ήσουν εντάξει. Είπες πως είσαι καλύτερα. Σε ρώτησα αν ήθελες ένα φλιτζάνι καφέ. Είπες μόνο αν ήθελα να σε γνωρίσω. Πριν προλάβω να χαμογελάσω, άρπαξες το χέρι μου και με οδήγησες προς την Downtown Crossing απ’ όπου καταλήξαμε στο Neisner.

Καθίσαμε σ’ ένα τραπέζι και μιλήσαμε σαν παλιοί φίλοι. Γελάσαμε τόσο, μέχρι που μου ομολόγησες ότι ήσουν αρραβωνιασμένη με έναν άνδρα που δεν αγαπούσες, με έναν τραπεζίτη της Βοστώνης. Οι γονείς του είχαν διοργανώσει μια δεξίωση για να υποδεχτούν το νέο έτος, εξ ου και το φόρεμα.

Από την πλευρά μου, μοιράστηκα πράγματα για τον εαυτό μου, περισσότερα απ’ όσα μπορούσα να φανταστώ εκείνη τη στιγμή. Δεν ανέφερα το Βιετνάμ, αλλά ένιωσα ότι μπορούσες να καταλάβεις ότι υπήρχε ένας πόλεμος που διεξάγονταν εκείνη τη στιγμή μέσα μου. Ούτε τα μάτια σου έδειχναν να λυπούνται, γι’ αυτό και σ ‘αγάπησα.

Μετά από μια ώρα και κάτι, σηκώθηκα για να πάω στην τουαλέτα. Θυμάμαι πως προβληματιζόμουν με τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Αναρωτιόμουν αν έπρεπε να σε φιλήσω, αν έπρεπε να σου πω τι είχα κάνει από το πιλοτήριο του βομβαρδιστικού αεροπλάνου μια εβδομάδα πριν, αν θα έπρεπε να επιστρέψω στο Smith & Wesson που με περίμεναν… Αποφάσισα, εν τέλει, ότι ήμουν ανάξιος να φιλήσω αυτό το κορίτσι με το αριστοκρατικό φόρεμα. Η ντροπή μου, μου επέβαλε να γυρίσω την πλάτη μου σε μια τέτοια γλυκιά παρουσία.

Στο δρόμο της επιστροφής προς το τραπέζι, η καρδιά μου χτύπησε στο στήθος μου σαν σφυρί ενός οργισμένου δικαστή, και το μέλλον – το μέλλον μας – έτρεμε στο μυαλό μου. Αλλά όταν έφτασα, είχες φύγει. Δεν υπήρχε αριθμός τηλεφώνου. Ούτε σημείωμα. Τίποτα.

Όπως παράξενα άρχισε ο δεσμός μας, έτσι τελείωσε. Αισθάνθηκα απόγνωση. Πήγαινα πίσω στο Neisner κάθε μέρα για ένα χρόνο, αλλά δεν σε είδα ποτέ ξανά. Κατά ειρωνικό τρόπο, τα βασανιστήρια της εγκατάλειψης σου φαίνονταν να καταπίνουν την αυτο-απέχθεια μου, και η προοπτική της αυτοκτονίας ήταν ξαφνικά λιγότερο ελκυστική από την προοπτική της ανακάλυψης του τι είχε συμβεί σε αυτό το εστιατόριο. Η αλήθεια είναι ότι ποτέ δεν σταμάτησα ν’ αναρωτιέμαι πραγματικά.


Είμαι ένας γέρος τώρα, και μόλις πρόσφατα διηγήθηκα την ιστορία αυτή σε κάποιον για πρώτη φορά, σε έναν φίλο από το στρατό. Μου πρότεινε να ψάξω για σένα στο Facebook. Του είπα ότι δεν ήξερα τίποτα για το Facebook, και το μόνο που ήξερα για σένα ήταν το μικρό σου όνομα και ότι είχες ζήσει για κάποια περίοδο στη Βοστώνη. Αλλά ακόμα κι αν ως εκ θαύματος πετύχαινα το προφίλ σου, δεν είμαι σίγουρος ότι θα σε αναγνώριζα. Ο χρόνος είναι σκληρός.

Ο ίδιος φίλος έχει μια αξιαγάπητη κόρη. Είναι αυτή που με έφερε σε επαφή με οργανώσεις που ενώνουν ανθρώπους που ‘χουν χαθεί με τον καιρό. Αλλά παρόλο που είναι σχεδόν απίθανο να βρεθούμε ξανά, πιστεύω πως εμείς οι δυο δεν έχουμε χαθεί στην πραγματικότητα.

Βλέπεις, σε αυτά σαράντα δύο χρόνια που μεσολάβησαν έχω ζήσει μια καλή ζωή. Αγάπησα μια καλή γυναίκα. Έχω μεγαλώσει έναν καλό άνθρωπο. Έχω δει τον κόσμο. Και έχω συγχωρέσει τον εαυτό μου. Και εσύ ήσουν η πηγή για όλο αυτό. Φύσηξες το πνεύμα σου στους πνεύμονές μου ένα βροχερό απόγευμα, και δεν μπορείς να φανταστείς την ευγνωμοσύνη που σου έχω γι’ αυτό.

Περνάω πολύ δύσκολες μέρες. Η γυναίκα μου πέθανε πριν από τέσσερα χρόνια. Ο γιος μου το επόμενο έτος. Κλαίω πολύ. Μερικές φορές από μοναξιά, άλλες φορές πάλι, δεν ξέρω γιατί. Μερικές φορές μπορώ ακόμα να μυρίσω τον καπνό πάνω από το Ανόι. Και τότε, μερικές φορές το χρόνο, παίρνω αυτό το δώρο. Ο ουρανός αγριέυει, και τα σύννεφα κρύβουν τον ήλιο, και η βροχή αρχίζει να πέφτει. Κι εγώ θυμάμαι….


Έτσι, όπου κι αν είσαι, όπου κι αν πας, και όπου κι αν ζεις, να ξέρεις αυτό: είσαι ακόμα μαζί μου.”